Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012


εσύ μου στάθηκες όσο κανείς
εσύ που δεν έχεις δυνάμεις

σαν ακριβογύρισμα στην καρδιά των λουλουδιών
σαν κόμπος κάτω απ' τα σέπαλα
                                                                            αναπνέεις

την αγάπη μου
και τον ιδρώτα της αρμονίας μας



Αν σε χάσω
θα ΄μαι σκιά χωρίς κεφάλι
νύχτα με ένα μόνο, χαμένο, άστρο
αίμα που λοξοδρόμησε και ρέει απ' τα νύχια
ζώο που παραμιλά ανθρώπινες κατάρες
φως καρφωμένο σε τσαλακωμένα βλέφαρα
παπούτσι που συνθλίβει το βήμα του
μουσική για κωφούς δεξιοτέχνες
και αρρώστεια που γίνεται καλά μετά θάνατον.

΄Ομως τώρα που είσαι εδώ
είμαι όλος ο κόσμος.
Μπορείς να χαθείς μόνο εδώ μέσα.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012


Η ψυχή μου δεν είναι μαζί σας.

Είναι με τους Φιλιππινέζους και τις Σριλανκέζες, στα πάρκα, τις Κυριακές.
Είναι στις φωτογραφίες που στέλνουν στα παιδιά τους,
δίπλα στα κακάσχημα παρτέρια των δημοτικών κήπων.

Η ψυχή μου δεν είναι μαζί σας.

Είναι στις κάρτες δορυφορικής τηλεόρασης και βλέπει Σενεγάλη και Μπαγκλαντές.

Είναι σε ψεύτικα λουλούδια και χρυσά ρολόγια, σε ροζ και κόκκινους συνδυασμούς, σε κόκκινες μπλούζες, σε σάνδαλα με κάλτσες, σε φτηνές ηλεκτρικές συσκευές.

Είναι σε τοτέμ που θα βρούμε θαμμένους στο κέντρο της πόλης,
και θα θυμόμαστε πως εκεί ξεκίνησε κάτι ωραίο.

Η ψυχή μου είναι μαζί τους.

Δεν είναι τακτοποιημένη σε σπίτια νεόχτιστα, δουλειά, γυμναστήριο, τα παιδιά πισίνα, αγγλικά, ιδιαίτερα, ρεστοράν και σεξ μετά, ταινιούλα Μελ Γκίμπσον, τσάμπιονς λινγκ, πάρτυ και συνέδρια, πτυχία πληρωμένα με πόρτες ασφαλείας, κάρτες πρόσβασης, ασύρματες λογικές, μαλλιά κομμωτηρίου δομημένα σαν κάγκελα, διακριτικά τατουάζ και τέλεια δόντια, επιβιώσεις επί πτωμάτων, περιοδικά ποικίλης ύλης, τι φόρεσε η κάθε καραβλαχάρα, που πηδιέται η κάθε τσούλα, στήλες πολιτισμού και καλλιτέχνες που δεν δημιούργησαν ποτέ κάτι απ' το μυαλό τους, μόνο απ' τα έτοιμα των δημιουργών, πολιτικοί απολίτιστοι, καλλωπιστικά φυτά για γέλια, σκυλιά, πολλά σκυλιά, γατιά ξεντεριασμένα, σκουπίδια στο ηλιοβασίλεμα, γαμώ όλα τα ηλιοβασιλέματα, ουστ, γάμοι και βαφτίσια για περιττά παιδιά, διαχωρισμοί οικοπέδων, κηδείες με χρονόμετρο, παπάδες με air-condition στο ράσο και ηθοποιοί πιο φτηνοί κι από τα κέρματα.

 Η ψυχή μου είναι εκεί που έκατσες να φας το ψωμί σου, στο διάλειμμα, στο πεζοδρόμιο, ακούγοντας κλασσική μουσική από το διπλανό παλάτι.

Η ψυχή μου είναι μαζί σου. Στα γαλάζια φωτισμένα νερά του τζακούζι που θα φτιάξουμε,
ενώ τριγύρω θα χορεύουν γάτες, φλόγες κεριών και σκιές από αφρικάνικες μάσκες που θα μάθουμε να φτιάχνουμε.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

τα πόδια


Στα πόδια σου το κεφάλι μου είναι μια γυάλινη σφαίρα με παλιό νερό,
ψάρια οι ελπίδες μου, οι λογικές μου πέτρες.

Στα πόδια σου βουλιάζω από το βάρος της αγάπης μας.

Κρυφοκοιτάζω στο σκοτάδι μου
και ανοίγω τα μάτια, είσαι από πάνω μου, με το φωτοστέφανο του Χριστού

ανάβω σαν κερί και αλλάζει σχήματα το πρόσωπό σου.

΄Οταν ξαπλώνω στα πόδια σου, το σπίτι μεγαλώνει, ξεμακραίνουν τα έπιπλα
στο Βόρειο Πόλο το ψυγείο, στην Αφρική το κρεβάτι, στο Διάστημα η τηλεόραση.

Στα πόδια σου ηχογραφώ την καρδιά σου και τις εκρήξεις στο στομάχι σου
το αεράκι της ανάσας σου με πάει έξω και σε συναντώ
εκεί που έκλαψες, εκεί που σε τρέλλαναν, εκεί που φώναζες κυνηγημένο
γίνομαι Ρομπέν και σε παίρνω

ή με βρίσκεις, μικρό αγαλματάκι Ρομπέν στα σκουπίδια
και με μαζεύεις και με φέρνεις εδώ.

Στα πόδια σου οι μικροί κραδασμοί με συντονίζουν με τη μάνα μου
είναι ρωγμές για να μπαίνω ξανά στη μήτρα της
στον πρωθύστερο τάφο.

Και ξανάρχομαι γυμνός, υγρός και με χώματα
και γινόμαστε σαλιγκάρι.

Στα πόδια σου,
η επίβλεψη της αγάπης σου
είναι κάθετο μνημείο στο σώμα μου που γράφει

"ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ".




Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

νιάου


     Ok, θα το ρίξεις το σπιτάκι να χτίσεις την τριώροφη πολυκατοικιούλα, με διαμερισματάκια κλουβάκια κτλ, κτλ. Μπορείς άνετα να την ονομάσεις ΜΕΓΑΡΟ ΣΩΤΗΡΟΥΛΑ Α' ή ΜΕΓΑΡΟ ΓΙΩΡΚΗΣ Β' ή να βρεις, για πιο developer φάση, όνομα ρομαντικό, για να μην πω και ρομαντώδες καθώς σου ταιριάζει, όπως ΜΕΓΑΡΟ ΑΡΕΤΟΥΣΑ ή ΜΕΓΑΡΟ ΑΦΡΟΞΥΛΑΝΘΗ, δεν ξέρω. Χέσαν τα μέγαρα και βγήκε το δικό σου εξάμβλωμα. Το κυπαρισσάκι όμως το αψηλό, γιατί το ρίχνεις; Αφού είναι στην ακρούλα του οικοπέδου το κακόμοιρο! Το πεύκο μπροστά; Γιατί; Πήρε το αυτί σου τίποτα για αρχιτεκτονικές που σέβονται δέντρα και πουλιά; Ποιος ξέρει όμως ποιος αγράμματος ανέλαβε το έργον! Ξέρω, ξέρω. Μένει χώρος για γκρο μπετόν και μικρές χωμάτινες τάφρους για διακοσμητικά φυτά, πιο ψεύτικα κι από τα πλαστικά! Που τα ποτίζεις και νιώθεις πως είναι αχρείαστο και θα σου ξεράσουν το νερό στη μούρη! ΄Ασε που γλυτώνεις από τα πεσμένα φύλλα και τις ακαθαρσίες του δέντρου. Και βέβαια γλυτώνεις από τα κωλόπουλα, που πάνε και κάνουνε φωλιές και κουτσουλάνε τους τόπους. Σπουργίτια και χελιδόνια και τέτοιες μαλακίες.

 Το κυπαρίσσι στο οικόπεδό σου δεν είναι ιδιοκτησία σου. Είναι σπίτι των πουλιών, είναι ανάσα δική μου και κάπου που ξαποσταίνει το βλέμμα μου. ΄Ηταν.

 Ξέρεις, οι άνθρωποι της υπαίθρου, οι μη αστοί που τώρα αστικοποιούνται και αστικοποιούν, προσπαθούν να αποτινάξουν από πάνω τους τη φύση, σα λέπι, σα βδέλλα. Διότι τους υπογραμμίζει τη μη αστική τους καταγωγή. Εγώ που είμαι αστός, το θέλω το κυπαρισσάκι, ακόμα και τα ατίθασα, αχτένιστα χορταράκια θέλω, που φυτρώνουν εκεί που δεν τα σπέρνουνε. Θέλω τα πεύκα, τα πουλιά και τις γάτες. Που λύσσαξαν στην πολυκατοικία που μένω επειδή τις τάιζα στο πάρκινγκ. Μου έκαναν παρατήρηση. ΄Εβαλαν ανακοινώσεις πως όποιος ταίζει τα γατιά θα έχει να κάνει με το νόμο! Ποιο νόμο; Ποιος νόμος λέει πως απαγορεύεται να ρίξεις φαί στις διερχόμενες γάτες; Τους το έγραψα κάτω από την ανακοίνωση. Κι έγραψα ακόμα "διώξτε τις γάτες! Ενοχλούν τις κατσαρίδες μας". Διότι, τις μέρες που γινόταν ο γατοπόλεμος, είχε ξεχειλίσει ο βόθρος της πολυκατοικίας και τρέχαν βρωμόνερα και τρέχαν οι κατσαρίδες από και προς την είσοδο, πανικοβλημένες όπως πάντα. Από γάτες όμως ξεμπερδέψαμε κι από οποιοδήποτε άλλο βλαβερό ον που βρωμίζει το νέο βιομηχανικό αστικό τοπίο.

 Κι έτσι, με λάθος κατασκευές, με σπίτια και διαμερίσματα που ανλούν από τη ζέστη για ακόμα μεγαλύτερο καύσωνα και χωρίς την ανθρωπιά της γάτας να τριγυρίζει στα λημέρια της, στα λημέρια μας, προχωράμε μπροστά για ένα καλύτερο αύριο, χωρίς κουτσουλιές, αλήτισσες μαργαρίτες και παπαρούνες, χόρτα, πουλιά. Μόνο αρουραίοι ταιριάζουν στις μοντέρνες πόλεις. Θα τους φέρουμε κι αυτούς και θα τους αμολήσουμε στους υπονόμους για να ζούμε πλήρως στην ψευδαίσθηση της μεγαλούπολης. Θόρυβο έχουμε, τράφικ έχουμε, κατσαρίδες έχουμε, τσιμέντο έχουμε, εμείς εδώ είμαστε, φέρτε και αστούς, ναι, εισαγόμενους, να στολίσουμε αστικά την άκαρδη βλαχιά μας.


Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

νέκρα




 Σήμερα πήγα βόλτα στο νεκροταφείο εδώ κοντά. ΄Οχι σ' εκείνο που έχω προσωπικούς λόγους να πηγαίνω. Εκεί δεν πατάω προς το παρόν το πόδι μου. Σ' αυτό της γειτονιάς πήγα. Βόλτα στα μνήματα, με καφέ στο χέρι και τσιγάρο. Να χαζέψω λίγο.

 Με λύπη μου διαπιστώνω πως, σ' αυτό εδώ το νεκροταφείο τουλάχιστον, υποχωρεί σιγά - σιγά το κιτς του πένθους. Οι νέοι τάφοι γίνονται, αισθητικά, ολοένα καλύτεροι, πιο λιτοί, χωρίς πολύ λουλουδικό και χωρίς πολλές νεκρολογίες. ΄Ενα όνομα, μια ημερομηνία, μια ηλικία το πολύ και τελειώσαμε. Ούτε φωτογραφίες, ούτε πολλές υποδοχές για γλάστρες ανθοκομικής υπερδιέγερσης. Συχνά, τα μάρμαρα είναι σκούρα και όχι λευκά, και κάποιο σύμβολο αφαιρετικό, ένα γλυπτό, ένα χάραγμα, συντονίζει το θάνατο με την λιτότητα που του ταιριάζει. Εγώ όμως στέκομαι στους άλλους τάφους. Αυτούς που ξεχειλίζουν από υπερδιακόσμηση, σαφείς συμβολισμούς, ποιήματα, λουλούδια, αγάλματα, φωτογραφίες, βιογραφικά στοιχεία, ακόμα και προσωπικά αντικείμενα.

 Και να οι παιδικοί και εφηβικοί τάφοι. Σε έναν είχε γλυπτούς τους επτά νάνους, σε έναν άλλο ένα ποτήρι του ΑΠΟΕΛ. Μερικοί είναι σπιτάκια ολόκληρα με τα απολύτως απαραίτητα και τα πιο εντυπωσιακά περιττά. Μια καρέκλα, αλλά και κουκλάκια, η Μπάρμπι γοργόνα, ένα ελεφαντάκι, ένα μπιμπερό.
 Και να οι παλιοί τάφοι. Εδώ οι κομμώσεις των νεκρών στις φωτογραφίες είναι 70's. Κυρίες με κότσο λάχανο, ασπρόμαυροι νεαροί με φαβορίτες. Πιο κάτω η μόδα αλλάζει. Κύριοι από έγχρωμες εξόδους σε νυχτερινά κέντρα με το λουλούδι του σκυλάδικου στο πέτο, το ίδιο (και λένε πως είναι ακριβώς του ίδιου νταλαβεριού) που τους αντάμωσε στην κηδεία. Οι χαμογελαστοί νεκροί με αφήνουν ακόμα πιο αμήχανο. Γελάνε για πάντα καθώς συνεχίζω το δρόμο μου σκοντάφτοντας συνεχώς σε κουβάδες για πότισμα. Πάντως προσέχω να μην πατήσω πάνω σε τάφο. Τα διαχωριστικά καγκελάκια βοηθούν. Υπάρχουν όμως και παγίδες. Πρέπει να προσέχω. Που και που ένα φούσκωμα στο χώμα, σαν να πήρε ανάσα η γη και την κράτησε μέχρι να σκάσει, μωβ κορδελίτσες και πρόχειροι σταυροί για τους φρεσκοφυτεμένους.
 Και να τα ποιήματα. Τα περισσότερα κοινότοπα, μερικά ίδια ακριβώς. Σαν στιχάκια φτηνού ημερολογίου. Κάποια συγκινητικά, κάποια απογητευτικά διότι αδυνατούν να αποδώσουν το μέγεθος των περιστάσεων. "΄Ησουν καλός πατέρας. Δεν θα σε ξεχάσουμε ακριβέ μου. Τώρα που είσαι με τους αγγέλους..." και τέτοια. Αλλά και "να 'ξερες πως σπαράζουν τα μέσα μου για σένα", που είναι σαφώς προτιμότερο από τραγούδια του Σφακιανάκη. (Διότι και τέτοια έχει.) Νομίζω κάπου είχε και Νίνο.

 Αλήθεια πως θα ήθελα τον τάφο μου;

 Πρώτα πρώτα δεν θα ήθελα τάφο. Θα ήθελα να με εξατμίσουν ή να με κάψουν και να με πετάξουν πάνω από την Αθήνα των παιδικών μου χρόνων. ΄Η να ρίξουν τη στάχτη λίπασμα στον τάφο της μάνας μου. Να ρουφήξει το χώμα, να δούνε τι λουλούδι θα βγει εκεί.
 Αλλά αν δεν γινόταν αλλιώς, θα ήθελα ένα μνημείο, να δείχνει λίγο και ποιος ήμουν. ΄Ενα κουτί μεγάλο σαν δωμάτιο. Μέσα να γίνονται προβολές από τη ζωή μου, ταινίες από τα παιδικά χρόνια που έχω πολλές, πειραγμένες φωτογραφίες, μουσική προεπιλεγμένη από μένα και φωτισμοί κρυφοί και φανεροί, όλοι λοξοί όμως. Και χρώματα, με επικρατέστερο το πορτοκαλί. Και καναπέδες μωβ να κάθονται οι επισκέπτες. Κι ένα μπαράκι self - service να πίνουν το ποτό τους. Να μεθάνε, και αν θέλουν, να κάνουν και έρωτα. ΄Ενα dark room, όχι πολύ dark. Εν ολίγοις, ένα κανονικό κλαμπ.

 Αλλά επειδή αυτά, κακώς, δεν γίνονται, ας προσγειωθώ σ' ένα συνηθισμένο τάφο, το γνωστό σχήμα κρεβάτι, παρακαλώ όχι άσπρο, σκούρο γκρι ίσως και με τα γράμματα του ονόματός μου πορτοκαλί: ΦΩΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. ΗΘΟΠΟΙΟΣ. (αυτό ας μπει, δεν με χαλάει). Και από κάτω η ημερομηνία λήξης μου. Να συμπληρωθεί.

 Και πρέπει να σκεφτώ και μια ατάκα, κάτι να κάνει τον διαβάτη να σταθεί, να σκεφτεί ή να νιώσει τα ανάμεικτα. Να με λυπηθεί που πέθανα, να με λυπηθεί που το παλεύω ακόμα χωρίς αξιοπρέπεια, να μη με λυπηθεί αλλά να με θαυμάσει για το τσαμπουκά μου να δηλώνω παρών, δεν ξέρω. Αυτή είναι η αξία τέτοιων δηλώσεων. Να συγκινήσεις. Να συν-κινήσεις. Να σε σκεφτεί αυτός που κοντοστέκεται, όχι σαν νεκρό, αλλά σαν πρώην ζωντανό. Να επικοινωνήσεις μέσα από το επέκεινα. Εγωιστικά, να προσάψεις ευθύνες (σε ποιον άραγε;) για το απαράδεκτο της ζωής. Να ζητήσεις τα ρέστα. Να σοκάρεις, αν σοκάρεται κανείς πια. Να κάνεις έντονη την παρουσία σου, σε μια απελπιστική τελευταία προσπάθεια να μην ξεχαστείς. Ανθρώπινο!

 Στον τάφο μου να γράψετε:

 "ΜΗ ΜΕ ΞΕΧΑΣΕΤΕ" ή "ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ" ή "ΕΔΩ ΛΙΩΝΕΙ ΚΙ Ο ΠΟΥΤΣΟΣ ΜΟΥ" και όταν περάσουν τα τρία χρόνια να γίνει "ΕΔΩ ΕΛΙΩΣΕ ΚΙ Ο ΠΟΥΤΣΟΣ ΜΟΥ", ή "ΤΙ ΚΟΙΤΑΣ ΡΕ; ΚΙ ΕΣΥ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ!" ή "ΓΑΜΙΕΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ΠΕΡΝΑΜΕ ΚΑΛΑ" ή ένα απλό βιβλικό "ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ". Θα σκεφτώ κι άλλα και βλέπετε.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

tabula fiska

     Η γιαγιά μου η μία, όταν νευρίαζε τις Κυριακές, πέταγε στην αυλή από το παράθυρο το ταψί με το φρεσκοψημένο φαγητό και έμεναν όλοι νηστικοί.

     Η γιαγιά μου η άλλη, όταν ήταν μικρή, έπνιγε τα κοτόπουλα με τα χέρια.

     Η μαμά μου χάριζε όλα τα έπιπλα και μέχρι να πάρουμε καινούργια περιφερόμασταν σε άδειο σπίτι κάνοντας καλλιτεχνικό πατινάζ.

     Ο μπαμπάς μου, όταν του είπα κάποτε να αποδείξει πως με αγαπάει κάνοντας κωλοτούμπες σε δημόσιο χώρο, σηκώθηκε και τις έκανε.

     Η μαμά δοκίμαζε τη διάσπαση του ατόμου, μόνη της, στην κουζίνα.

     Ο μπαμπάς, όταν ψωνίζαμε στο σούπερ μάρκετ και φτάναμε στο ταμείο, έβγαζε ταχυδακτυλουργικά από το παλτό του διάφορα προιόντα που ισχυριζόταν μετανοημένος πως τα κλέψαμε και ήταν διατεθειμένος να τα πληρώσει.

     Είχα όλες τις προγονικές προδιαγραφές να ζήσω σαν αστός. ΄Ηρθαν όμως καιροί που χάθηκε η τρέλλα.  Για χρόνια κατέθετα, από απόσταση, τη ζωή μου, στη συγκρατημένη δαγκωμένη βία των μικροαστών και των υπαίθριων φυλών. Καλοχτισμένη μοναξιά και σοβαρότητα, σαν εκείνη στην ταινία, στην κούνια, που κοιτάζω τα παιδάκια που παίζουν στον κήπο με την έκφραση του "ου γαρ οίδασιν τι ποιούσιν". Πως να μην με πάρει η παλινδρόμηση της ζωής σ' εκείνη την κούνια;

 Ούτε να τρελλαθείς δε μπορείς χωρίς παρέα.

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

το άσπρο πουκάμισο

Ok. ΄Ηταν, η πιο ερωτική στιγμή.

Προσπαθούσες να με σουλουπώσεις μέσα στο άσπρο εκείνο πουκάμισο. Δεν σε ικανοποιούσε το αποτέλεσμα. Ανέβαζες τα μανίκια, τα κατέβαζες, τίναζες το γιακά και ξανά τα ίδια. ΄Ωσπου παράτησες κάθε προσπάθεια. Δεν θυμάμαι όμως αν το φορούσα όταν αμέσως μετά βγήκαμε έξω ή αν το έβγαλα και έβαλα το δικό μου. ΄Απρο πουκάμισο, πάντως, φορούσα κάτω από τον Παρθενώνα εκείνο το βράδυ.

Αυτή η απεγνωσμένη προσπάθεια, που είχε την επιδεξιότητα και την σοβαρότητα επαγγελματία στυλίστα, είναι η μόνη απόδειξη της αγάπης σου που μπορώ να θυμηθώ. Πρόσεξε: Της αγάπης σου, όχι του έρωτά σου.
Ερωτική στιγμή είναι για μένα που την ανακαλώ, ερωτική στιγμή θα ήταν και για έναν παρατηρητή, όχι για σένα.
Εσύ, μου φορούσες το πουκάμισο, με την έγνοια ενός ανθρώπου που θα τάιζε ένα πεινασμένο γατάκι ή σκυλάκι.
Η απελπισία σου που δεν ήμουν ωραίος μέσα στο άσπρο πουκάμισο, η επιμονή σου να εξαντλήσεις κάθε ενδεχόμενο σχήμα που θα μπορούσε να έχει πάνω μου ώστε να φανώ καλύτερος, το τρυφερό και λυπημένο βλέμμα σου, φορτισμένο από όσα είχαν προηγηθεί εκείνο το βράδυ, το ταυτόχρονα αποφασιστικά χαρισμένο στην προσπάθεια με το πουκάμισο, υπήρξαν ένα δώρο σχεδόν μητροπατρικής φροντίδας, αληθινής αγάπης, κάπως πανανθρώπινης φοβάμαι, αγάπης πάντως, που δεν θα συνέβαινε ποτέ αν μπροστά σου στεκόταν ένας ΄Αδωνις, που θα εξακολουθούσε να είναι υπέροχος, μέσα στο άσπρο και ίσως σε οποιοδήποτε άλλο πουκάμισο.

Η ιστορία με το πουκάμισο δεν είναι αποκαρδιωτική, κάθε άλλο. Σε ενημερώνω πως παραμένω ένας άνθρωπος που σε γενικές γραμμές νιώθει παράδοξα ωραίος, σε πείσμα κάθε φυσικής συμμετρίας και κάθε τυπικής ανάγνωσης του ωραίου.
Αντίθετα, η ιστορία αυτή είναι η μόνη πορτούλα που μπορώ ν' αφήσω ανοιχτή στη μνήμη μου, για να τη βρεις και να ξανάρθεις!