Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

η Εύα ξανασταυρώνεται




     H Εύα είναι underground επειδή ζει σε ένα υπόγειο. Επειδή έτσι έζησε. Η παράσταση είναι underground επειδή δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο. Θέλει μεγάλα αρχίδια για να καταφέρεις να το αναπαραστήσεις, χωρίς να γίνεις γραφικός. Είναι δύσκολο. Εδώ όμως είναι εύκολο: η Εύα δεν επινόησε κάτι, απλώς ο σκηνοθέτης την έβαλε στο κάδρο της, αυτό που περιφέρει σαν σε ανίερη λιτανεία και πλαισιώνει τη μορφή της. Πρόσωπο και ώμοι. Κεφάλι για περούκες σε σκοτεινό καμαρίνι. "Σταυροί στον ύπνο, Παναγιές από χρυσάφι".

     Και πάμε στα δύσκολα.

     Οι ηθοποιοί παλεύουμε για την αμεσότητα (όσοι καιγόμαστε γι' αυτήν). Κι όσοι λίγο ή πολύ την έχουμε, βασανιζόμαστε όταν η ατάκα μας δεν έχει αλήθεια, όταν συντρίβεται μέσα στην υποκριτική μας αγωγή ή από την εμμονή των ανθρώπων της δουλειάς να μην μιμούμαστε τη ζωή, αλλά την θεατρική πράξη! Η Εύα, που δηλώνει πως ΔΕΝ είναι ηθοποιός, καταφέρνει να λέει κάθε βράδυ την ίδια ιστορία, σαν να τη λέει για πρώτη φορά: με όλες τις φυσικές (και ευχάριστες) ατέλειες του προφορικού λόγου. Και η έλλειψη θεατρικής εμπειρίας δεν ενοχλεί. Το σώμα δεν κινείται στον χώρο με ιδιαίτερη προσοχή, αλλά ποιος νοιάζεται... Το πρόσωπο και ο λόγος δίνουν ρεσιτάλ. Κάδρο. Και ηχείο χωρίς πολλές τεχνικές αυξομειώσεις. Μόνο αλήθεια. Reality με ευαισθησία.

     Η Εύα καταφέρνει να λέει την ιστορία της ξανά και ξανά. Να σταυρώνεται σε κάθε παράσταση. Αλήθεια ποιος αντέχει να λέει την ιστορία του ξανά και ξανά; Βιωματικό θέατρο θα μου πεις. Ναι, μα το κείμενο δεν είναι μόνο τα λόγια της, είναι η ζωή της. Και δεν μιλάμε για εύκολη ζωή. Μιλάμε για ζωή για γέλια και για κλάματα. Ποια ζωή δεν είναι για γέλια και για κλάματα, θα μου πεις...

     ΄Άλλο να θυμάσαι τη ζωή σου, σε δόσεις, και να γελάς και να κλαις, κι άλλο να την κάνεις παράσταση. Σπουδαίοι ηθοποιοί θα ζήλευαν την ερμηνεία της. Αποφάσισε να τολμήσει και να πει όλη την αλήθεια. Να σταυρωθεί μπροστά μας, χωρίς την παραμικρή ελπίδα πως θα αναστηθεί. Να συμφιλιωθεί με τον θάνατο.
     "΄Όταν πεινάω και κρυώνω, λίγο με ενδιαφέρει η τέχνη" έλεγε η Μ. Δεν είχα καμία καλλιτεχνική αξίωση και σαν μην είχε κι η Εύα. Κι όμως τα κατάφερε και σ' αυτό: αφαιρώντας τα φύλα της, προσχωρώντας σε μια live συνθηκολόγηση με τη γελοιότητα του φαινομένου τη ζωής και με τον Πόνο. Καμία φάρσα, κανένα μελό. Καμία σύμπτωση. (Και μικρέ... κανένας σκοπός!)

     Ανθρωπάρια έλεγε η Μ.. Κουραδομηχανές έλεγε η Εύα. Θα πεθάνει. Δεν θα αναστηθεί. Μα ελπίζει πως μέσα από την αλήθεια θα αγαπηθεί.

    Εύα μην ελπίζεις. Συμβαίνει. Σ' αγαπάω.

  

Φώτης Αποστολίδης





    

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

η νηπιαγωγός και το γουρούνι


    
     ΄Ελα μωρέ, κι εμείς με επικίνδυνους δασκάλους μεγαλώσαμε. Θυμάμαι στο Λανίτειο την καθηγήτρια των γαλλικών να ρωτάει στα ελληνικά "τι εννοάς;'', τον φιλόλογο να μας λέει να μην ακούμε βλακείες πως ο Καβάφης ήταν ομοφυλόφιλος, και προτιμούσε την ποίηση του Πολέμη:

"Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας; Μὴν εἶν᾿ οἱ κάμποι;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄσπαρτα ψηλὰ βουνά;
Μὴν εἶναι ὁ ἥλιος της, ποὺ χρυσολάμπει;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄστρα της τὰ φωτεινά;"

     Ο άλλος ο φιλόλογος, των Νέων Ελληνικών, ήταν τελείως αμόρφωτος και είχε το θράσος να ζητά να του πούμε τι σημαίνει το ποίημα, και εγώ αντιδρούσα, διότι ήξερα από παιδί πως το ποίημα ΔΕΝ σημαίνει, ΕΙΝΑΙ. Είχε επίσης την άποψη πως η έκθεση Ιδεών πρέπει να έχει πρόλογο, κυρίως θέμα και επίλογο. Τέτοιος μαλάκας. Η θρησκευτικού, με την αξύριστη μασχάλη, έλεγε πως ο αυνανισμός είναι αμαρτία, το νου της εκεί τον είχε, πως το γυρόφερνε το θέμα και μας καύλωνε κάθε φορά, δεν θυμάμαι. Μην πάω πιο πίσω και θυμηθώ στο γυμνάσιο και στο δημοτικό τι σούργελα είχαμε (πως να ξεχάσω τον γεωγράφο που δεν ήξερε που είναι το Μπαγκλαντές, αλλά το δίδασκε) και τι λίγες οι εξαιρέσεις που έγραψαν πάνω μας σαν τροχιές με κιμωλία στον πίνακα: ο μαθηματικός που ολοκλήρωνε τις εξισώσεις με ποιήματα, η φιλόλογος που μας έβαζε να πενθούμε τους ποιητές, κάθε φορά που κάποιος έφευγε για εκεί. Τελετές εκτός διδακτέας ύλης, το καλύτερό μου. Μην πω και στο πανεπιστήμιο τι συνάντησα και σιχάθηκα: έναν βυζαντινολόγο κακιασμένο που μόνο να γκρινιάζει ήξερε και η συμφοιτήτριά μου, ένα ξανθό διανοούμενο "μαύρης κοπής" γκομενάκι να ρίχνει ψιθυριστά μπινελίκια: ''δεν σε γάμησε η γυναίκα σου μαλάκα πρωί πρωί και ήρθες να ξεσπάσεις πάνω μας;''. Γιατί η άλλη με τη διατριβή στους κεφαλόδεσμους; Αυτή έφερνε μαζί της και την κεραία της τηλεόρασης για να δείχνει στις προβολές τις λεπτομέρειες στα ψηλά, μην τυχόν και μπερδέψουμε κανένα λουλουδικό και νομίσουμε πως δεν είναι δυτικής Πελοποννήσου και το ταυτίσουμε με κανέναν Ισθμό σε καμία Κόρινθο.

     Μήπως όμως και οι μαθητές ή οι φοιτητές δεν ήταν, πλην των ευλογημένων εξαιρέσεων, ένα κοπάδι από χαζά; Στο Λύκειο η αριστούχος μαθήτρια πρώτο θρανίο πίστα να χαίρει εκτίμησης για τη συνέπεια και τη μνήμη της (όχι για το μυαλό και τη φαντασία της), σίγουρα σήμερα θα έχει διαπρέψει περισσότερο από μένα, κι ας ψήφισα εγώ να μπει το ποίημά της στο λεύκωμα, ενώ εκείνη το δικό της, ίσως το έκανα και με τη βεβαιότητα πως η συντριπτική πλειοψηφία θα ψηφίσει το δικό μου (όπως και έγινε), ίσως και από καθαρή, βαθιά, ανείπωτη (και τώρα που ξεμπουρδελέψαμε τελείως τη λέω) ευγένεια. Τριγύρω κάτι βλαχαδερά άσχετα και κάτι φασιστόμουτρα και εγώ να κάνω παρέα με το παιδί που είχε τον πιο παράταιρο βηματισμό: το πιο χαμένο, το πιο αυτιστικό λόγω καθαρής εφηβικής ένστασης στο άθλιο σύστημα του σχολείου, στο οποίο υποδυόμουν ρόλους: κύριος στα φιλολογικά, αλήτης στα υπόλοιπα. Μπαινόβγαινα για να επιβιώσω.

     Προς τι λοιπόν η έκπληξη, που η νηπιαγωγός αποφάσισε να επαναφέρει εις μνήμην αδικοχαμένου πολίτη το παιχνίδι με το γουρούνι; Τι θα ανασύρει η βλακεία, αν όχι το πιο ηλίθιο και βάρβαρο σπορ μιας παράδοσης για την οποία θα έπρεπε να ντρεπόμαστε; Με άθλια, ανορθόγραφα ελληνικά η νηπιαγωγός μας δίνει να καταλάβουμε αυτό που η μάζα αρνείται να δει: τα παιδιά στα σχολεία είναι εκτεθειμένα στη βλακεία του καθενός και στην καλή τύχη της εξαίρεσης. Ο πατέρας μου, μου έλεγε: ''μην τυχόν και φέρεις άριστα, θα θυμώσω". Για τον πατέρα μου το "άριστα" σήμαινε αφομοίωση και γνώση άχρηστη. Στο σπίτι πιο πολλά έμαθα. Λεπτομέρειες για την κίνηση των χεριών της Πάβλοβα, όλες τις πρωτεύουσες, αλλά με τις ιστορίες τους, τους μύθους του Αισώπου, τον Ευριπίδη, τον Καρυωτάκη. 8 ετών.

     Αν είχα παιδί δεν θα το έστελνα σχολείο και θα είχα πρόβλημα με το νόμο. Ευτυχώς δεν έκανα, και απ' ό,τι φαίνεται δεν θα κάνω, να μη μπλέκω σε φασαρίες. Βαριέμαι.

     Βεβαίως ως εραστές της μπριζόλας διαμαρτυρόμαστε και επειδή πρέπει να ακούμε και την άλλη άποψη, ας σκεφτούμε πως μία εκπαιδευτικός κρατά ζωντανή την παράδοση. "Τρέξιμο γουρουνιού", "ταλαιπωρία γάτας", "ασφυξία κουνελιού", "μάζωμα κροταλία", "φάλαγγα περιστεριού", "στραμπούληγμα καμηλοπάρδαλης", "μαρτύριο σταγόνας σε χελώνα", "κρυφτό γυμνοσάλιαγκα", "κατούρημα πέρδικας". Μια χαρά.

     Φώτης Αποστολίδης








Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

ευχές στην κυρία Ελισάβετ


                                                                                                ΠΡΟΣ ΜΠΑΚΙΓΧΑΜ ΠΑΛΑΣ

     Αγαπημένη μου βασίλισσα,

σου εύχομαι χρόνια πολλά, να τα εκατοστίσεις! Χάρηκα πολύ που σε είδα τόσο απλή, με τα εγγόνια και τα δισέγγονα, είναι σαφές πως η τσάντα που κρατά η μικρή είναι άδεια και είναι για μόστρα (πως τάχα κουβαλάς λεφτά και πράγματα) αλλά δεν με πειράζει, καθώς πήρα μια εικόνα από το σπιτικό σου που είναι μέσα στην πάστρα. Πάντα να τους δίνεις καραμέλες από την τσάντα σου και πάντα να τους λες παραμύθια, για βασιλιάδες και βασιλοπούλες που έζησαν αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.

     Ελπίζουμε να καταφέρεις να ξανάρθεις στην Κύπρο μας, θα σε περιμένουμε χωρίς αυγά αυτή τη φορά, πολύ λυπάμαι που δεν είμαστε πια δικοί σου, η μάνα του πατέρα μου έλεγε πως επί Αγγλοκρατίας περνούσαμε καλύτερα.

     Σόρρυ που δεν σου γράφω στα αγγλικά, πες κανενού να σου μεταφράσει, όλο και κάποιος θα ξέρει ελληνικά στο παλάτι, μα έχω κόμπλεξ με τα αγγλικά, καθώς ο πατέρας μου συμμετείχε στον αγώνα της ΕΟΚΑ και η μάνα του έλεγε πως έκανε μαλακίες το κωλόπαιδο. Υπήρχε και μια αγγλολατρεία στο πατρικό, που τώρα το πατούν οι ξένοι. (Οι δικοί μας).

     Να τα εκατοστίσεις και πάλι, μια δεκαετία σου δίνω, να προλάβεις να δεις την πτώση του θεσμού. Σ' αγαπώ και ποτέ, κανείς, να μη σε ξαναπεί κωλόγρια.

Φ.Α.



Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

χτύπα σαν πούστης


''Αθήνα


Δικαιώνοντας τη Γενική Γραμματεία Ισότητας, το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας (ΣΕΕ) έκρινε ότι το σύνθημα «χτύπα σαν άντρας» της πολυσυζητημένης διαφήμισης των τελευταίων ημερών ενθαρρύνει τη βία κατά των γυναικών και πρέπει να απομακρυνθεί από το σποτ μέχρι την Πέμπτη.'' Όχι τη Μεγάλη.

Η λέξη ή η φράση προτρέπει στη βία, στον σεξισμό, στον ρατσισμό ή δεν ξέρω σε τι άλλο, ανάλογα με τον Τόπο που τη βάζεις. Μας τα έχουν πει οι μεγάλοι, μα εγώ γράφω λαικά κείμενα. Βαριέμαι να αντλήσω από πηγές, να τις αναφέρω και να προσθέσω βιβλιογραφία. Με ανησυχεί που πάμε πίσω, σε μια πολιτική ορθότητα άκρως επικίνδυνη, που στον δικό μου κοινωνιολογικό και ιστορικό χάρτη, συνιστά προπομπό ενός φασισμού που θα εγκατασταθεί καθολικά. Διότι αν, γαμώ τη μαλακία που με δέρνει, έχουν δίκιο οι θιγμένοι και οι θιγμένες, τότε πρέπει να επανεξετάσουμε ολόκληρο τον πολιτισμό μας, τη λαική μας παράδοση, το χιούμορ μας (όταν είναι), τον Αριστοφάνη και τον Καραγκιόζη μας, το γέλιο μας, τον σαρκασμό μας, και το δικαίωμα στον αυτοσαρκασμό, την ειρωνεία, και γενικώς την πιο εύθυμη και έξω καρδιά πλευρά μας, αυτό το αλήτικο ευχάριστο duende της ανίερης φυλής μας, που έρχεται και μας σώζει από τη λύπη μας, που ήρθε με το τέλος του μινωικού, άντε του μυκηναικού, πολιτισμού.

΄Ασε που αν οι θιγμένοι έχουν δίκιο, τότε άφησαν πολλά να τους ξεφύγουν, εκατομμύρια τόνους χαρακτηρισμών και μηνυμάτων, και οι ίδιοι φέρνουν τα JUMBO στην κορυφή των προκλήσεων, ως επιχείρηση με διαφημιστική φιλοσοφία, που είναι ικανή να επιδράσει στα σπίτια και τους δρόμους των ανθρώπων, περισσότερο απ' ό,τι ο Τσιτσάνης. Από τα JUMBO θα έχουμε πια τις υψηλές απαιτήσεις για μια πολιτιστική πληρότητα, με καλή αισθητική και ευαισθησία, όχι από το Υπουργείο Πολιτισμού.

ΤΥΧΑΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΕΡΓΩΝ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΟΓΟΚΡΙΘΟΥΝ, αυτών των ημερών ακούσματα και εικόνες (μου), γιατί βαριέμαι να ξεσκονίσω το αρχαίο δράμα, που φόνο δεν έδειχνε, αλλά γινόταν της πουτάνας.

"Πάμε στον ΄Αδωνι για καφέ που πηγαίνουν φρικιά και τεκνά και αράζουνε και αθλητές, και που πηγαίνει και μία ΧΟΝΤΡΗ νευρικιά Κυριακή να της φύγει το στρες". Εδώ η χοντρή είναι η βουβάλα της διπλανής πόρτας. Να απαγορευθεί.

Να κοπούν όλα τα χαστούκια της ταινίας καράτε "το ξύλο βγήκε απ' τον παράδεισο" και να μείνει το υπόλοιπο, και δεν θα κολλήσουμε στα δραματουργικά. Να κοπεί και η σκηνή που η Αλίκη κάνει το σαγόνι πέρα δώθε για να ελέγξει αν είναι στη θέση του, και η σκηνή με την κούνια (που πέφτει ο Ορέστης Μακρής) και η σκηνή του καυγά και ξυλοδαρμού Παπασταύρου - Αλεξίου (Βουγιουκλάκη - Ζαρόκωστα) επειδή είναι bulling καταστάσεις. Να μείνουν μόνο οι κατάλληλες σκηνές, δηλαδή κάνα - δυο διάλογοι και το "νιάου βρε γατούλα", διότι αν και η γάτα είναι το πιο επικίνδυνο ζώο που υπάρχει (ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ), εδώ εξυμνείται. Μεγάλο σουξέ και στην Αίγυπτο.

Να απαγορευθούν τα μισά ρεμπέτικα. Εγώ άκουγα χθες "θα κάνω ντου βρε πονηρή, στα στέκια που αράζεις, κι αν σε τρακάρω πουθενά, μ' αυτόν τον άνθρωπο ξανά, να ξέρεις δεν την βγάζεις". Εν ολίγοις, το κουτσαβάκι δεν θα την κάνει απλώς άσπρη (μην πω μαύρη και παρεξηγηθώ) από το ξύλο, αλλά θα την σφάξει σαν κουνέλι. Το τραγούδι που σήκωσε ή σήκωνε τον Τσαρούχη να χορέψει, να μην ξαναπαιχτεί και κακώς η συλλογική μνήμη το έχει καταγράψει στα κορυφαία ελληνικά τραγούδια, είναι γνωστό πως κάθε φορά που παίζεται στο ραδιόφωνο (ευτυχώς σπανίως και σε περιθωριακούς ή δήθεν ψαγμένους σταθμούς), μία γυναίκα ξυλοκοπείται αγρίως.

Εγώ που γίνομαι έξαλλος όταν οι άνθρωποι προτάσσουν έναν χαρακτηρισμό που καπελώνει τον υπόλοιπο άνθρωπο, εγώ που νιώθω άβολα με οποιαδήποτε παρενόχληση της ροής της ευγένειας κι ας είναι αμυδρός, ισχνός, ασήμαντος σχεδόν, προπομπός βίας (λεκτικής ή σωματικής) που διόλου θα αναπτυχθεί (δική μου, χαζή, υπερευαισθησία είναι), εγώ είμαι που σκέφτομαι πως χωρίς τα στερεότυπα της αισχρής κοινωνικής δομής, δεν υφίσταται χιούμορ. Αντί οι θιγμένοι να ενοχληθούν που η εικόνα του τύπου με τα τακούνια στο μετρό έκανε το γύρο του διαδικτύου (ένας άνθρωπος που δεν ήξερε ΚΑΝ πως τον φωτογράφισαν), κάθονται και αναλύουν το δικαίωμα του ανθρώπου που θέλει να φάει και το χαστουκάκι του (στο αυγό μάλλον), εκτός από την πετσούλα από το αρνί. Είναι οι άνθρωποι μηδέν λιπαρά, που ένα μπατσάκι στο κωλαράκι δεν θα το δώσουν ή δεν το έχουν φάει. Είναι, σε προέκταση, οι ορθολογιστές της ηδονής. Είναι αυτοί που δεν θα αξιωθούν το μέγιστο δώρο του πολιτισμού: το γέλιο. Εξάλλου, πιστεύω πως μόνο συντηρώντας, μέσω χιούμορ κσι καλής τέχνης, τα στερεότυπα της συλλογικής μνήμης, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε κάθε βία και να μην ξεχνάμε. Το "θα κάνω ντου βρε πονηρή" θα μου πεις, έρχεται από το παρελθόν. Η διαφήμιση του JUMBO έγινε τώρα. Αλήθεια, πάνω στα κρασάκια σου, λογοκρίνεις το άσμα; ΄Η μήπως το παίρνεις πατριωτικά και αρχίζεις και μπουστουνιάζεις τον πλησίον; ΄Η το ακούς σαν μνημείο νοσταλγίας τύπου "αυτά γινόντουσαν παλιά";

Επιμένω, επειδή ξέρω πως η βία της λογοκρισίας, είναι η Αρχή της βίας.

Είναι γνωστή η ιστορία με τον Τσαρούχη. Μπήκε σε ένα κατάστημα να διαλέξει υφάσματα. Πίσω του μπαίνει ένας τύπος βαρύς. Ο τύπος παρατηρεί τον Τσαρούχη και τoυ απευθύνεται με φωνή και κίνηση ξεφωνημένης αδερφής.

Τύπος: Καλέ γιατί μιλάτε έτσι;
Τσαρούχης: Επειδή είμαι πούστης. Εσείς γιατί μιλάτε έτσι;

Φ.Α.





Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

υπέρ της ΄Αννας (ποιος με ρώτησε;)



     ''Τώρα γιατί να τοποθετηθώ εγώ ΚΑΙ για αυτό;
     Μα αφούς θέλω.''


     Διάβασα την επιστολή του σεναριογράφου και θεατρικού συγγραφέα και ηθοποιού και σκηνοθέτη Αλέξανδρου Ρήγα προς την ΄Αννα Παναγιωτοπούλου, είδα και κάτι δηλώσεις της ηθοποιού και εμένα μου κόλλησε η θέση του καλού μου Ν., ο οποίος εν μέσω εγκαινίων, μου είπε πως συμφωνεί με τον Ρήγα πως οι ηθοποιοί πρέπει να ξέρουν τα λόγια τους πριν την έναρξη των δοκιμών και πως θα το εφαρμόσει. Κι εγώ, που νομίζω πως τις περισσότερες φορές το τελευταίο (απαραίτητο) πράγμα που χρειάζεται να μάθουν οι ηθοποιοί είναι τα λόγια τους, σάστισα και δεν σχολίασα και βούτηξα κι άλλα μεζεδάκια και έπνιξα τον πόνο μου στο πιοτί. Μα με τον Ν. κάπου θα βρεθούμε και θα το συζητήσουμε. Και γιατί δηλαδή να μην υπάρχει κι αυτή η απαίτηση, κι αυτή η σκηνοθετική εντολή; Λειτουργεί κι έτσι, αν δουλέψεις έτσι, ώστε ο λόγος να μη φορεθεί στον ηθοποιό, με μιας, σαν ξένο ρούχο.

     Το θέμα είναι πως ακόμα κι αν η Παναγιωτοπούλου δυσκολευόταν να μάθει τα λόγια της, ο Ρήγας θα έπρεπε να ανατρέψει την σκηνοθετική του λογική, να της δώσει χρόνο, να μην την απολύσει (αν έτσι έγινε, δεν ξέρω τι σκατά έγιναν) και κυρίως να μην τοποθετηθεί δημόσια και μάλιστα με τόση ειρωνεία. (Η επιστολή του μία - δυο ασέβειες τις είχε). Πολύ σωστά η ηθοποιός δήλωσε (περίπου): "είμαι 100 χρόνια στο θέατρο, ποτέ δεν μου συνέβη να μην ξέρω τα λόγια μου". Βέβαια οφείλω να παραδεχτώ πως δεν παρακολουθώ πλήρως τις εξελίξεις, τα βρήκαν, μαθαίνω στα πεταχτά, εξωδικαστικά, αποσύθηκαν οι σκληροί χαρακτηρισμοί και έμεινε η πικρία. Η ΄Αννα μπορεί και να το ξεπεράσει, εγώ όχι.

    Μεταδίδω: "όταν έχεις μια τέτοια ηθοποιό, κάνεις μόκο, και περιμένεις να τα μάθει".

Φώτης Αποστολίδης




Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Υπέρ της ΄Αντζελας



     Καλά το Αλμοδοβαρικό που το είδανε; Είναι παλιά σκέψη πως ο μέγας δημιουργός, αν ήτο ΄Ελλην, και από αυτόν τον κόσμο θα εμπνεόταν. Σε κάποια ΄Αντζελα θα έβρισκε μία από τις μούσες του . Δυστυχώς τέτοιος κινηματογραφιστής δεν μας έκατσε,  μας έκατσαν όμως πολλοί που είδαν τις θεές της νύχτας, την ίδια τη νύχτα, τα "μπουζούκια" και τα σκυλάδικα ως μίζερο βυθό της νεοελληνικούρας. "Και καλά" είμαστε ποιοτικοί και δείχνουμε με βάναυση αμεσότητα και "φιλολογική αγάπη" (δηλαδή με ή από απόσταση) τα χάλια μας. Ας μην κλαιγόμαστε. ΄Ενας Αλμοδοβάρ μας βγήκε στο τραγούδι (τη μόνη τέχνη, εκτός από την ποίηση, που θριάμβευσε στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα): Κραουνάκης.
     Αλμοδοβαρική η ΄Αντζελα στη διαφήμιση καθόλου, ούτε η ίδια η διαφήμιση βέβαια, εκτός κι αν εννοούν πως τα αυγά του Πάσχα που είναι (συνήθως) κόκκινα παραπέμπουν στο αγαπημένο χρώμα του σκηνοθέτη. Ναι, καμία σχέση. Αλλά το θέμα είναι αλλού: γιατί η ΄Αντζελα (και κάθε ΄Αντζελα), αλλά ειδικά η συγκεκριμένη, είναι ο σάκος του μποξ του κάθε αμόρφωτου; Ως πότε η κάθε παξιμαδοκλέφτρα κι ο κάθε πικραμένος επιστήμων που πήρε το πτυχίο και αντί να το βάλει στον κώλο του, το έβαλε στον τοίχο να το καμαρώνουν οι γέροι, θα νιώθουν μορφωμένοι σε βάρος της ΄Αντζελας; Ως πότε ο κάθε βλάκας που ακούει Θηβαίο (αν και αυτός την έκανε την κουτσουκέλα, έχουν σκάσει μύτη νέοι σόβαροί, δεν τους ξέρω) θα νομίζει πως μπήκε στο μαντρί του Χατζιδάκι, θα νιώθει ανώτερος άνθρωπος, επειδή υπάρχει η ΄Αντζελα; Και τέλος το άλλοθι του Χατζιδάκι πρέπει να πάρει ένα τέλος. ΄Ανθρωποι χωρίς ίχνος καλής αισθητικής, επιστρατεύουν τη λατρεία τους στον Χατζιδάκι για να διαχωρίσουν τη θέση τους. Είμαι σίγουρος πως ο Μάγος δεν θα τους ήθελε για ακροατές. Αυτός που μέσα στη λαγνεία του, μα με ειλικρινή εκτίμηση, πρότεινε τη φωνή του Φλωρινιώτη σε εξαιρετικές στιγμές και το ίματζ του ως θεσπέσια αστροναυτική δύναμη σε μια χώρα που δεν έχει στείλει τίποτα στο διάστημα, θα έφτυνε τον φασισμό της "αισθητικής αστυνόμευσης".
    
     Κάποτε η ΄Ελλη Στάη, προσπάθησε να κολλήσει στον τοίχο την ΄Αντζελα Δημητρίου. Την ρώτησε αν διαβάζει λογοτεχνία. Η αμόρφωτη, η ιέρεια του κιτς, η ήδη cult θεότητα, έκανε την λαικίστρια δημοσιογράφο κομματάκια: ''όχι δεν διαβάζω λογοτεχνία. Δεν άρχισα όταν έπρεπε, δεν ξέρω από που να το πιάσω''. Και κάποτε σε μια εκπομπή τύπου "ρωμαική αρένα" οι Τσακνής και Μαχαιρίτσας αναμετρήθηκαν μετωπικά με ΄Αντζελα και Πανταζή. Θυμάμαι ένα κείμενο της Μαλβίνας που αποκάλεσε τους πρώτους αγενείς, καθώς αρνήθηκαν την πρόσκληση των δεύτερων προς τους πρώτους να επισκεφθούν το μαγαζί που εμφανίζονταν. Οι πρώτοι, οι ποιοτικοί, όχι μόνο πήγαν στην εκπομπή (που είναι ήδη ολίσθημα) αλλά έφτυσαν στα μούτρα τους δεύτερους. Από ανωτερότητα, παιδί μου. Εκείνη τη στιγμή η ΄Αντζελα και ο Πανταζής μετέτρεψαν τους δημιουργούς σε βλαχαδερά, που δεν ήξεραν να φερθούν σωστά σε μια κυρία και έναν κύριο που τους καλούν στο μαγαζί τους. "Ποτέ δεν θα ερχόμασταν εκεί που τραγουδάτε και ούτε θα συνεργαζόμασταν μαζί σας". Κάτι ωραία Διδυμότειχα μπλουζ και κάτι υπέροχοι μπαλαμοί πήγαν περίπατο. Η ΄Αντζελα και ο Πανταζής, τα σύμβολα της παρακμής, οι κακόγουστοι, εκείνη τη στιγμή, ήταν θεοί: (θεά και θεά αντίστοιχα). Πως να το περιγράψω... Με ταπεινότητα για το έργο τους, αλλά και έναν αέρα κοσμοπολιτισμού (που τον βρήκαν οι αθεόφοβοι), και μαζί με την πάντα κομψή υπεροχή της ψυχραιμίας, ήταν οι νικητές της αναμέτρησης. Τουλάχιστον για θεατές της μάρκας μου.

   Τι γιατί και διότι και επειδή; Η ΄Αντζελα Δημητρίου είναι μια εξαιρετική λαική τραγουδίστρια. Κάποια από τα τραγούδια της είναι μαλακίες, κάποια είναι υπέροχα. Η μόνη ένσταση που είχα για την γνωστή διαφήμιση είναι πως άγγιξαν ένα σπουδαίο τραγούδι, κόσμημα του ρεπερτορίου της: ''ποια θυσία". Κι όμως όταν είδα τη διαφήμιση, καλογυρισμένη, με την ΄Αντζελα σοβαρή (άρα αστεία), με την λαμπρή κατάνυξη της αναστάσιμης βραδιάς φουλ στην οθόνη, μου άρεσε. Γέλασα και μου άρεσε. Μια χαρά δηλαδή.

   ΄Εχει υποχωρήσει το κράξιμο προς την Στανίση. ΄Ισως επειδή διαδίδεται πως ξεκίνησε δίπλα στον Καζαντζίδη και τον Νταλάρα, ίσως επειδή τραγούδησε Κραουνάκη, και εντάξει, είναι πολύ μεγάλη φωνή, και μέχρι ο βλάκας να το εμπεδώσει, θέλει χρόνο, τι να κάνουμε. Η ΄Αντζελα όμως συνεχίζει να είναι το αποκούμπι κάθε αμόρφωτου. Κάνει βέβαια τις δηλωσούλες της, παίζει το παιχνίδι και το ξέρει πολύ καλά, γι' αυτό και επιβιώνει μια χαρά, την ώρα που οι ηλίθιοι αντί να αδράξουν την υψηλή λογοτεχνία, χαλιούνται από μια διαφήμιση. Η ΄Αντζελα δεν είναι η Αρβελέρ και πρέπει να το πάρουν απόφαση, όπως επίσης να πάρουν απόφαση πως ούτε οι ίδιοι είναι η Αρβελέρ. Και στο κάτω κάτω της γραφής, κάπου εδώ, ας αναλογιστούν πόσο λίγο κακό τους έκανε η Άντζελα στη ζωή τους.

    Χθες τα είδη υγιεινής, τώρα η διαφήμιση για το Πάσχα... Τα τραγούδια θα μείνουν, ναι ακόμα και το "ήθελα να 'ξερα δεν ντρέπεσαι". Δεν κατάλαβα. Το "μεγιεμελέ" δηλαδή δεν είναι διαχρονικό τραγούδι; Και με την ΄Αντζελα ευχαρίστως θα ασχολούμαστε. Γιατί κι αυτή δεν κάθεται στ' αυγά της.

Φ.Α.
    
Υ.Γ. Το γεγονός πως φεμινίστριες διαμαρτύρονται για το μήνυμα "χτύπα σαν άντρας", μου λέει πως καλώς κάνω και γράφω τα αυτονόητα, εφόσον ακόμα επιβιώνουν τα ανόητα. Απευθύνομαι.