Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

πως να αρχίσεις το τσιγάρο εύκολα και γρήγορα




     Αν και θιασώτης της άποψης πως αυτός που πρώτος κάνει το λάθος, όταν αυτό συνιστά πρωτογενές λάθος και όχι σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι του, φταίει διπλά, πρώτον επειδή λάθεψε και δεύτερον επειδή λάθεψε πρώτος, είμαι εξίσου σκληρός και με αυτόν που δεν αποδέχεται τη συγγνώμη, πεισματικά, επειδή, ίσως, το λάθος του άλλου του ήρθε σαν δωράκι, για να εκφράσει εμμονές, νευρώσεις, θυμούς και άλλα πάθη.

     Μας άφηναν στη Σχολή, να καπνίζουμε, όταν έβρεχε, μέσα στην τάξη και μόνο στο διάλειμμα, με την πόρτα, βεβαίως βεβαίως, ανοιχτή. ΄Ηταν μια τρυφερή υποχώρηση από τη διεύθυνση, καθώς οι αίθουσες που τότε κάναμε μάθημα, ήταν ουσιαστικά δύο μαγαζιά. Στεκόσουν στην πόρτα, βρεχόσουν, άμα έβρεχε. Η αλήθεια είναι πως υπήρχε μια ελαστικότητα στο θέμα του τσιγάρου, ήταν και άλλοι καιροί, οι πιο πολλοί δάσκαλοί μας κάπνιζαν στο μάθημα. Συχνά, οι πιο γοητευτικοί από αυτούς, (ας μη λέμε ονόματα, τι θα πει ο κύκλος μας), στις ωραίες τους μέρες, στη ρέντα τους, σε ωραίους λόγους για την υποκριτική και το θέατρο, έφτιαχναν με τα τσιγαράκια τους, ακούσια, μια ατμόσφαιρα μαγική (λυπάμαι που γράφω τέτοιες κοινοτοπίες, αλλά η πρωτοτυπία δεν είναι στο τσεπάκι). Φέρναμε κι εμείς ρεσώ και ανάβαμε κεράκια, σβήναμε τα σκληρά φώτα ιατρικού εργαστηρίου της αίθουσας και αφήναμε μόνο αυτά που φώτιζαν τη μικρή μας σκηνή, μπερδευόταν και ο καπνός στο πρόσωπο και τα λόγια του δάσκαλου ή της δασκάλας και κάτι γινόταν, που δεν θα γινόταν, αν τα λόγια δεν ήταν μαγικά, κι ας είναι ο καπνός η ουσία των πραγμάτων, γενικώς. Εδώ υπερίσχυε ο λόγος.

     Κάποιοι κάναμε και τις κουτσουκέλες μας. Ανάβαμε και κανένα στη ζούλα μέσα στην τάξη, όταν δεν έβρεχε. Μας έγινε παρατήρηση, συμμορφωθήκαμε, καπνίζαμε έξω.
     Μια μέρα άναψα ένα στο θρανίο, για να μη βγάζω έξω αναπτήρα και πακέτο (διότι απ' έξω δεν επέστρεφες μέσα εύκολα με αναπτήρα και πακέτο) και διέσχισα την αίθουσα, δυο βήματα δηλαδή, και πετάχτηκα έξω. Γραμμή καπνού δεν λες αυτό που έβγαλε το αναμμένο τσιγάρο, ένα μικρό φαντασματάκι ήταν στην μέσα ατμόσφαιρα, που κι αυτό το πήρε ένα αεράκι από την πόρτα και το έβγαλε έξω.
     Η συμφοιτήτρια όμως με είδε. Και αργά, μεσάνυχτα, μετά το μάθημα, με πήρε τηλέφωνο για να διαμαρτυρηθεί. Της ζήτησα συγγνώμη και της υποσχέθηκα πως δεν θα το ξανα-ανάψω μέσα στην τάξη. ΄Όμως, η κουβέντα κράτησε πολύ. Δεν της αρκούσε η συγγνώμη, ούτε η υπόσχεση. ΄Ηθελε εγγυήσεις πως δεν θα το ξανακάνω. Μετά από μία ώρα, που προσπαθούσα να είμαι ευγενικός, και να αποσύρω το επιχείρημα "για μια στιγμούλα ήταν μόνο", άρχισα άλλο τροπάρι. "Εφόσον δεν σε ικανοποιεί η απάντησή μου να απευθυνθείς στη διεύθυνση, να με καλέσουν, να με συνετίσουν". Εκείνη το χαβά της: "Μα δεν θέλω να σε καταγγείλω ("καταγγελία": παραδοσιακό έθιμο της Κύπρου), έχω κάνει παράπονο για το τσιγάρο, θέλω να σιγουρευτώ πως δεν θα το ξανακάνεις". Τα αρχίδια πρήζονταν, αλλά τα ήθελε ο κώλος μου; ΄Ηταν και καιροί που είχα ακόμα κέφια και αντοχές, υπήρχε μια σκοτεινή διασκέδαση σε αυτόν τον βασανιστικό διάλογο, μάλλον μαζοχιστική, διότι μ' άρεσε, αλλά υπέφερα. ΄Όταν πια είδα πως το θέμα εδώ δεν ήταν η πράξη μου, αλλά η μη συμβατότητα, επιστράτευσα χιούμορ και ειρωνεία. "Η ώρα πέρασε φίλη, έχει πάει δύο το πρωί και πρέπει να κοιμηθώ. Δεν ξέρω πως μπορώ να σου υπογράψω συμβόλαιο. Ζητώ συγγνώμη και υπόσχομαι πως θα προσπαθήσω να μην το ξανακάνω. Επειδή όμως με ξέρω, είναι μαθηματικώς βέβαιον πως όσο και να προσπαθήσω θα έρθει η στιγμή, που η αυτοκυριαρχία μου δεν θα είναι ισχυρή και θα καπνίσω ένα ολόκληρο μέσα στην τάξη. Καληνύχτα".
     ΄Ακουσα μόνο ένα ααααααα και έκλεισα το τηλέφωνο. Και φρόντισα βέβαια να μην ξανακαπνίσω μέσα, αλλά με χαιρεκακία θυμάμαι την απόγνωση που της προκάλεσα έστω για εκείνο το βραδάκι και υποφέρω στην ιδέα πως απροστάτευτος από άλλους κι από μένα τον ίδιο, έζησα τη μισή μου ζωή. Και βέβαια αυτά είναι εύθυμες ιστορίες. Υπάρχουν χειρότερα.

     Και από τα χειρότερα είναι αυτές οι φωτογραφίες πάνω στα τσιγάρα. Προτιμώ να αγοράζω αυτά που λένε πως επιδρούν στη γονιμότητα, όχι στη στύση προς θεού, ή αυτό με το μωρό με την πιπίλα - τσιγάρο που είναι τρισχαριτωμένο. Ξέρει κι ο περιπτεράς, είμαι καλός πελάτης, και δεν μου δίνει καρκίνους και εγκεφαλικά.
     Νιώθω πως οι εικόνες δεν προκαλούν την προσδοκώμενη (;) αντιπάθεια στο τσιγάρο, αλλά στην αρρώστια. ΄Ισως γι' αυτό ξεπουλάνε οι ταμπακιέρες: δεν ξέρω αν θα μειωθεί το κάπνισμα, ξέρω πάντως πως πολλοί φίλοι που δεν αντέχουν τις εικόνες βολεύουν αλλιώς τα τσιγάρα τους, ενώ, άλλοι, όπως εγώ, απλώς, πια (και το πια ήρθε νωρίς), δεν κοιτούν το πακέτο. Η απολαυστική διαδικασία "πιάνω πακέτο, βγάζω τσιγάρο" γίνεται λίγο στα τυφλά. Είναι θέμα χρόνου να τις συνηθίσουμε κι όλας.

     "Αέρινος σαν την αναπνοή" γράφει ο μεγάλος, "ο καπνός έχει κάτι το βαθύτατα πνευματικό - όχι μόνο επειδή πνέει μαζί με την εισπνοή και την εκπνοή, αλλά κυρίως γιατί αφυπνίζει το εγώ με ένα ναρκωτικό νανούρισμα, σάμπως να το βυθίζει σε ένα βαθύτερο στρώμα σημασιών". Τι να συνεισφέρει τώρα η ταπεινότης μου, στο περί καπνών και άλλων πνευμάτων θέμα; Μας τα είπε, μέσω SANTE, και η μανιώδης του καπνού Ζ., μας το φωνάζουν εδώ και αιώνες καπνοί πολέμων, σιβυλλικοί χρησμοί και Ινδιάνοι. Χωρίς φωτιά καπνός δεν βγαίνει. "Τσιγάρο ατέλειωτο, βαρύ η μοναξιά μου", το αγαπημένο μου κάποτε τραγούδι (αν δεν είχε παραμείνει έντεχνο, διότι τα τραγούδια αλλάζουν, θα ήταν ακόμα το πιο αγαπημένο), αν το είχε πει ο Καζαντζίδης θα ήταν από τα μεγάλα εθνικά, πνευματικά, τραγούδια.

     Η αλήθεια είναι πως έχω προσπαθήσει να το μειώσω, τα κατάφερα μάλιστα κάποτε, με τη βοήθεια της μητρός μου, της οποίας το μόνον αμάρτημα ήταν να καπνίζει μια ζωή, για εφτά ζωές (τελικά έζησε μόνο μία και όχι ως εκεί που θα μπορούσε να πάει, δεν πρόλαβε να γεράσει), η οποία μου έδινε μόνο εφτά τσιγάρα την ημέρα και αυτό κράτησε για αρκετό καιρό. ΄Ένα το πρωί με τον καφέ, ένα φρι, ένα μετά το γεύμα, ένα με τον απογευματινό καφέ, άλλο ένα φρι, ένα μετά το δείπνο, κι ένα τελευταίο φρι, και η μέρα ολόκληρη γινόταν μια βασανιστική αρίθμηση σταθμών, κάθε σταθμός ένα τσιγάρο δρόμος. ("Ας ήτανε ο πόνος ένα τσιγάρο δρόμος για να τον περπατήσω" και "η ζωή μου όλη, είναι ένα τσιγάρο, που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω). Υπαρξιακά τραγούδια, βαριά πυροβολικά που δεν καταλαβαίνουν από καρκίνους και συνάχια.

    Ο Σαρτρ δοκίμασε να το κόψει και κατάλαβε πως ο καπνός δεν ήταν συνοδός, αλλά η ουσία των γεγονότων. "Κόβοντας το τσιγάρο αφαιρούσα από το θέαμα το ενδιαφέρον του, τη γεύση από το απογευματινό φαγητό, τη φρεσκάδα από την πρωινή εργασία". Ακόμα και τις μέρες που νιώθεις πως η ευαισθησία σου έχει πάει περίπατο, ένα τσιγαράκι, γίνεται συμβάν. Δεν το συζητώ, για την ανακουφιστική του δράση, στη δράση και στην αδράνεια, για το ξελαμπικάρισμα στη θολούρα, για την αποφόρτιση σε ένα διάλειμμα στην εντατική εργασία, για την ιερή του κατάβαση στα σωθικά, μετά την μασαμπούκα, που θυμίζει τη θνητή μας φύση. Ο καπνός, που τόσο βλάπτει την υγεία, ευθύνεται για την πνευματικότητά μας και στο βαθμό που του αναλογεί, και για μεγάλο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς και δραστηριότητας.

     Σήμερα 2 Δεκεμβρίου θέλω να το μειώσω, τουλάχιστον. (Δύο, επειδή τίποτε δεν είναι ένα, ως γνωστόν). Και γράφω αυτό το κείμενο, μεταξύ άλλων, για να δεσμευτώ, πέρα από την ανάγκη μου να διατυμπανίσω πόσο ηλίθιες είναι οι φωτογραφίες πάνω στα πακέτα, ιδίως αυτή με τον γυμνό άνδρα που κοιμάται σε εμβρυακή στάση και από κάτω λέει πως το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο σεξουαλικής ανικανότητας. Η φωτογραφία θα ήταν αποτελεσματική μόνο αν μας έδειχνε ένα μαραμένο πέος, όχι μόνο του, αλλά μπροστά σε ένα ορθάνοιχτο αιδοίο. Ο άντρας που κοιμάται γυμνός κρατώντας το κεφάλι του (το πάνω) και τραβώντας το σεντόνι, δίνει την αίσθηση πως περνάει καλά, μην πω πως ηδονίζεται. Για άλλους βασανίζεται. ΄Όπως το βλέπει κανείς. (Πάντως υπάρχουν άνθρωποι που περνούν και μόνοι τους καλά).

     ΄Εχει καιρό που σκέφτομαι να το μειώσω, πρώτα πρώτα για τη φωνή μου, διότι ήμουν καλός τραγουδιστής και τώρα δυσκολεύομαι. ΄Επιανα κάτι ψηλές εγώ... Η αφορμή, να το σκεφτώ, δεν ήταν αυτές οι εικόνες, ήταν που έλβεπα την Whitney Houston να καίγεται μέσα στο ταλέντο της (υπεράνθρωπες δυνατότητες), όταν ήταν στα πάνω της. I will always love youuuuuuuuuuuuuuuuuuuuuuuuuu live. ΄Αραγε κάπνιζε;

     Μια φορά το έκοψα για δύο εικοσιτετράωρα. Προς το τέλος της δεύτερης μέρας, μου ήρθε μέσα σε ένα αυτοκίνητο ο καπνός στα μούτρα. Μύριζε άσχημα και με ενόχλησε. Σκέφτηκα πως αν δεν ήμουν καπνιστής, δεν θα το άντεχα και θα ήμουν, αντικαπνιστής σαν την συμφοιτήτριά μου, όχι στη συμπεριφορά (προς θεού, προς θεού), αλλά στην ουσία: ουδείς δεν πρέπει να ανέχεται τον καπνό του άλλου στη μούρη ή στο χώρο. Τώρα αν θα γίνουμε Καναδάς (όπως με ενημερώνει η κομψή μου Χ.) που σε στέλνουν εκδρομή για ένα τσιγάρο, είναι άλλη συζήτηση.

     Επιμένω πάντως πως οι σκληρές εικόνες δεν βοηθάνε. ΄Εχασα άνθρωπο από το τσιγάρο, έχω πιάσει τον καρκίνο με τα χέρια μου, κάποτε με πιτσίλισε και στο πρόσωπο και μυαλό δεν έβαλα. Θα βάλω με το παιδάκι με την πιπίλα;

     Αντιφατικός, ώστε να περιφρουρώ την υγεία μου και να της σκάβω το λάκκο, δεν κάπνισα ποτέ χόρτο στη ζωή μου, ούτε μια τζούρα. Σκέφτομαι να απευθυνθώ σε κανέναν φίλο που εμπιστεύομαι, επειδή είμαι χέστης, πολύ φοβιτσιάρης, να μου δώσει λίγο να δοκιμάσω, (φοβάμαι πως θα ζαλιστώ και θα λιποθυμήσω). Τέλος πάντων, να εθιστώ σε κάτι άλλο, σαφώς πιο υγιεινό και να το κόψω το ρημάδι. "Θα πεθάνουν, μα κάνουν πως δεν το ξέρουν" φωνάζει η νεκρή ανθρωπότητα για τους ζωντανούς με τις ασφαλισμένες υγείες, είμαι αποτυχημένος και βλάκας, αδύναμος, ένα μηδενικό. Και το εννοώ.

Φ.Α.



    
    
    

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

ο μεγάλος εαυτός Α' μέρος: ο δημιουργός και η καρπουζού


                                                                                                                                στην Μ. και στον Θ.

     Αν και κρατώ την άποψη της Μ. πως ο κόσμος δεν χωρίζεται σε έξυπνους και βλάκες, πλούσιους και φτωχούς, καλούς και κακούς, αλλά σε αισθαντικούς και μη, ξανασκέφτομαι τους καλούς και τους κακούς, δηλαδή ξέρω πια πως υπάρχουν άνθρωποι καλής και κακής πάστας, πως το λένε.
     Το θέμα μου όμως τώρα δεν είναι οι διαχωρισμοί, αλλά τι είναι αυτό που κάνει τελείως αντίθετους ανθρώπους να μοιάζουν σε κάτι. (Κάτι σημαντικό λέμε τώρα, ανθρωπάκια είμαστε όλοι που χέζουν, το ξέρω). Και το βρήκα στο πεδίο που με κόφτει: το ταλέντο. Οι ταλαντούχοι και οι ατάλαντοι μοιάζουν σε ένα κομβικό σημείο: έπαρση, οίηση, ψώνιο. Πέρα από τους σεμνούς, που όλοι τους σεβόμαστε, τόσο που δεν τους σχολιάζουμε, οι υπόλοιποι στον στίβο είναι ψώνια. Γίνεται αλλιώς; Μπορεί και να γίνεται. Πάντως, όσο διαφορετική κι αν είναι η έπαρση του ταλαντούχου (άμυνα που με τα χρόνια γίνεται, συχνά, επιθετικής και καλπάζουσας μορφής), από αυτήν του ατάλαντου (επίθεση σκέτη), στο ίδιο σκαμνί του πόνου καίγονται και οι δύο. Τι κι αν πρώτος υποφέρει από τη ζήλεια των άλλων, τι κι αν ο δεύτερος υποφέρει από ανεπάρκεια και από την ίδια του τη ζήλια; Οι συμπεριφορές μοιάζουν, τόσο που μπερδεύεις ποιος είναι ποιος. Και τα μπούτια σου, κάποτε. Μήπως και οι σεμνοί δεν είναι τουλάχιστον, χονδρικά, δύο ειδών; οι σεμνοί οι καθαρόαιμοι (που δεν τους σχολιάζουμε), και οι άλλοι που διατυμπανίζουν τη σεμνότητά τους;

     Η Μ. έλεγε στους ατάλαντους: "έχεις κάτι από το ταλέντο. Την έχθρα του". Εκείνη μιλούσε για τη λύσσα του να υπάρχεις μέσα στην τέχνη, και μάλιστα με επιτυχία, που βασανίζει προικισμένους και μη, με την ίδια ένταση. Κάτι τέτοιο ήθελα να πω στον πρόλογο.

     O Θ. μου είπε μια ιστορία για κάποιον δημιουργό, άνθρωπο της τέχνης:

     Ο δημιουργός λοιπόν είδε τον Θ. να χαιρετά και να αγκαλιάζει στο δρόμο μία καρπουζού, μία γυναίκα που πουλούσε καρπούζια ή καρπουζοχυμό, δεν κατάλαβα ακριβώς. Ο Θ. την ρωτούσε τι κάνει, με μια οικειότητα και χαρά μεγάλη που την ξανα - συνάντησε. Ο δημιουργός όμως δεν το είδε με καλό μάτι όλο αυτό. ΄Επιασε τον Θ. και του είπε: "καλά, εσύ, καλλιτέχνης άνθρωπος, καταδέχεσαι και μιλάς και αγκαλιάζεσαι με την καρπουζού;''

     ΄Ετυχε να έχω δει τουλάχιστον μία δουλειά του συγκεκριμένου δημιουργού. Είναι και στη μοναδική, στο νησί, παράσταση που την έχω κάνει με ελαφρά στο διάλειμμα. Τόσο πολύ ήθελα να φύγω, που προτίμησα να πάω να κάτσω στο αυτοκίνητο, με είχαν κλείσει στο πάρκινγκ, αντί να δω το υπόλοιπο έργο. ΄Ένα θείο κείμενο στραπατσαρισμένο από πλήρη ανεπάρκεια. Αλλά το ότι δεν άντεξα τη δουλειά του δεν είναι προς θάνατον, μπορεί εγώ να ήμουν ανεπαρκής θεατής, μπορεί όλη αυτή η αισθαντικότητα για την οποία επαίρομαι, να είναι μια φούσκα και να είμαι βλάκας. Η ιστοριούλα όμως, που δεν χρειάζεται να διασταυρώσω (διότι προσπαθώ να μην καταπίνω ό,τι μου λένε), πιστεύω δηλαδή τον Θ., με έκανε να σκεφτώ πως μάλλον δεν αδίκησα τον δημιουργό. Κάτι δικά μου που με βασανίζουν, κάτι αντιφάσεις εξοντωτικές, με φέρνουν σε μια νέα αποκάλυψη που με αφήνει έκπληκτο, δηλαδή τελείως βλάκα, καθώς οι βλάκες μένουν συνήθως έκπληκτοι (ή τα παιδιά θαύματα κύριε Χαριτόπουλε): η αποδοχή μιας άποψης, ακόμα κι όταν αυτή συνιστά κλισέ. Αρχίζω να (ξανά)πιστεύω, αυτό που απέρριπτα από καθαρή ανάγκη μόνο να αντιλέγω (που είναι μεν σπουδαίο, αλλά ηλίθιο αν του προσδώσεις καθολική διάσταση), πως καλός στην τέχνη σου είσαι όταν προσπαθείς να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος, μέσα στην τέχνη σου, έξω από την τέχνη σου, πίσω από την τέχνη σου, κάτω από την τέχνη σου και τα λοιπά.

     Το "να γίνεις καλύτερος άνθρωπος", που σημαίνει πως μιλάμε για βασανισμό - κακορίζικο προνόμιο μόνο καλής πάστας ανθρώπων είναι μεγάλο θέμα και να που μου κλωτσάει το κλισέ και να που ο ίδιος εαυτός μου λέει να το αποδεχτώ και να σκάσω. Αυτή η ιδέα δε, αυτός ο κοινός τόπος, μέσα στα σκατά οποιασδήποτε δουλειάς, δεν εφαρμόζεται εύκολα. Και τι να πω για εφαρμογή, όταν αδυνατώ να γράψω έστω τηλεγραφικά δυο αράδες για αυτήν την προσπάθεια; Μήπως επειδή το θέμα μου είμαι εγώ; Μήπως ο μεγάλος εαυτός μου υπαγορεύει και γράφω για να διαβάσουν τρεις άνθρωποι και να πουν: και μόνο που τον βασανίζουν αυτά τα θέματα δείχνουν τι καλό παιδί είναι;

     Δεν είμαι, κι αν είμαι, δεν θέλω να είμαι, που είναι σαφώς χειρότερο. Θέλω να πιάσω τον δημιουργό από τον γιακά και να του πω πως αν τύχαινε εκείνο το βράδυ, αντί να δω το έργο του, να πέσω πάνω στην καρπουζού, κι αν ήταν και καλοκαιράκι, η προσφορά της θα ήταν με μεγάλη διαφορά πιο σημαντική στη ζωή μου. Διότι ένας άνθρωπος που μπορεί να σε δροσίσει μέσα στην πυρά, είναι σαφώς πιο χρήσιμος από έναν μέτριο ή κακό δημιουργό. Ο δήμος επωφελείται από το καρπούζι, από το έργο όχι. Εκτός αν είσαι ο Michael Jackson ή ο Σαρλώ ή ο Φελίνι κτλ. που και πάλι το σώμα προέχει και αν διψάς πολύ θα πιεις τον καρπουζοχυμό και όχι το 8 1/2. Αυτή είναι και μία μικρή ένδειξη πως δεν υπάρχει αθανασία ή επόμενη ζωή.

     Κινδυνεύω δηλαδή. Φοβάμαι πως σύντομα θα θέλω να ποιώ ήθος, όχι με την αρχαιοελληνική σημασία, αλλά με αυτήν του συρμού. Κινδυνεύω τελευταία μέσα σε μια δίνη, που θέλει να φτύσει την ηθική ανεπάρκεια. Θεε μου μην καταντήσω κήνσορας ή εισαγγελέας εφετών. Προσπαθώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει και γράφω για να διαβάσω τη σκέψη μου. Μια αμετροέπεια με μαστίζει, καλή ώρα, αντί "να σκάσω και να κάνω τη δουλειά μου". (Το έπαιξα, έκανα τον ψυχίατρο). Όλα τα καινούργια μου μότο είναι του συρμού. Η "σύνθεση", λες και ανακάλυψα την Αμερική σαν Κολόμβος του κώλου, σέρνεται κολοβά (επειδή πίσω έχει η αφαίρεση την ουρά και δυο ουρές σε ένα σώμα δεν χωράνε, έχουμε φανταστεί ανθρώπους με τρία κεφάλια, με δύο, και πάνω ουρές όχι) και χλιαρά πάνω στο ισχνό σώμα της καταπονημένης μου αφαίρεσης. Συγχωρήστε μας. Εμένα προσωπικά για την ομαδοποίηση και όλους τους ηθοποιούς: είμαστε πλάσματα που δεν μπορούμε να αντλούμε παρά μόνο από τις αντιφάσεις μας και κυρίως από την αντίφαση της ανεπάρκειας και μιας ακλόνητης πίστης.

     Ψάχνοντας τον εαυτό σου, χάνεις τους ρόλους σου, που είναι σαφώς πιο ουσιαστικοί από την αφεντομουτσουνάρα σου. Ο πιο αληθινός Φώτης που ξέρω, είναι αυτός που κόβει βόλτες σαν άδικη κατάρα, με παλιακά πτι φουρ στο χέρι από συνοικιακό ζαχαροπλαστείο και χαζεύει κουτσουλιές περιστεριών. Αν τον δείτε πείτε του πως τον ψάχνω. Δεν θα τον απασχολήσω πολύ. ΄Έναν καφέ να πίνουμε δυο - τρεις φορές τη βδομάδα.

     Φ.Α.


    

     Σημείωση: το Β' μέρος αυτού του κειμένου θα γραφτεί μέσα στο 2017.

    

    

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

η Μελίνα και ο Νομικός ή "σκέφτομαι και γράφω"




     Όχι δεν θα λύσω εγώ το φλέγον, εδώ και αιώνες, ζήτημα των ορίων της σάτιρας. Σκέφτομαι όμως γραπτώς, δηλαδή δεν σκέφτομαι πρώτα και μετά γράφω, σκέφτομαι και γράφω ταυτόχρονα, (ελπίζω να καταργήθηκε αυτή η σαχλαμάρα και να αντικαταστάθηκε με το παλιό και πολύ πιο σωστό, αν και μονοσήμαντο, "έκθεση ιδεών"), με αφορμή μία πρόσφατη κόντρα που ξέσπασε στη νησάρα μας, όταν η Μελίνα Καραγεωργίου, δημοσιογράφος του ΡΙΚ και τα τελευταία χρόνια ανταποκρίτρια του σταθμού στον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision, εξέφρασε τη δυσφορία της για τα σχόλια του δημοσιογράφου Μαρίνου Νομικού για τη δουλειά της.

     Ιδού τα γεγονότα κατευθείαν από το site της Επιτροπής Δημοσιογραφικής δεοντολογίας:

     Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (19/24/5/2016) από τη Μελίνα Καραγεωργίου εναντίον του δημοσιογράφου Μαρίνου Νομικού για «χυδαία και σεξιστική» επίθεση εναντίον της, με ανάρτησή του στο Twitter.
Το παράπονο αφορούσε σε σχόλιο του Μαρίνου Νομικού για την περιγραφή του πρώτου ημιτελικού του διαγωνισμού τραγουδιού της Eurovision στις 10/5/2016. Ειδικότερα, ο Μαρίνος Νομικός έγραψε το ακόλουθο σχόλιο στο Twitter : «Τα αστεία Μελίνα μου είναι όπως τα αρχίδια στην πίπα. Πρέπει πρώτα να τα πιάσεις για να μπορείς να αποδώσεις #eurovisioncy #eurovisiongr . »
Η παραπονούμενη ανέφερε πως επρόκειτο για ένα σχόλιο «άκρως προσβλητικό, για το οποίο οποιοσδήποτε χαρακτηρισμός είναι λίγος». Το tweet, όπως ανέφερε, διαβάστηκε ή μπορούσε να διαβαστεί από οποιονδήποτε χρήστη του διαδικτύου.
Επίσης ανέφερε:
«Πρόκειται για σχόλιο που ασφαλώς ουδεμία σχέση έχει με την καλόπιστη κριτική, ούτε καν την κακόπιστη, αλλά για μια πρόστυχη προσβολή και συκοφαντική δυσφήμηση. Αισθάνομαι προσβεβλημένη ως επαγγελματίας δημοσιογράφος, ως γυναίκα, ως πολίτης. Πρόκειται για ανήθικη επίθεση που μου προκάλεσε ψυχική οδύνη και αγανάκτηση…».
Εξ άλλου, ανέφερε πως ο Μαρίνος Νομικός, απαντώντας σε δικό της tweet στο οποίο επεσήμανε ότι η αναφορά του αποτελούσε χυδαιότητα και σεξιστικό παραλήρημα, έγραψε : «@Melina_Kara «Φυσικά και θα έπαιζες το χαρτί του σεξισμού - ελλείψει επιχειρημάτων. Περάσαμε καλά στις διακοπές στη Σουηδία δημοσία δαπάνη;»
Η παραπονούμενη υποστήριξε πως η αναφορά αυτή αποτελούσε προσβολή για την ίδια και το ΡΙΚ ότι την έστειλε για διακοπές και όχι για κάλυψη του διαγωνισμού, κατηγορώντας το ΡΙΚ έμμεσα ότι σπαταλά δημόσιο χρήμα.
Ο Μαρίνος Νομικός απάντησε στο παράπονο αναφέροντας πως ο λογαριασμός στον οποίο αναρτήθηκε το επίμαχο tweet είναι δικός του και γράφτηκε κατά τη διάρκεια της ζωντανής μετάδοσης του διαγωνισμού της Γιουροβίζιον «όπου έπρεπε μεταξύ άλλων να υποστούμε και την «περιγραφή» της εν λόγω συναδέλφου». Ανέφερε επίσης ότι το tweet γράφτηκε σε ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ λογαριασμό στον οποίο γράφει ως Μαρίνος Νομικός και όχι με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα και έθεσε το ερώτημα κατά πόσο αν βριζόταν με την παραπονούμενη στον δρόμο, θα μπορούσε να επέμβει η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
Ο Μαρίνος Νομικός παραδέχθηκε ότι το σχόλιό του ήταν «πρόστυχο, χυδαίο και σχεδόν πορνογραφικό –όπως πολλά από τα tweets μου, είναι το γνώριμο στιλ μου», αλλά ήταν ένα αστείο και σε καμιά περίπτωση σεξιστικό, «εκτός κι αν η κα Καραγεωργίου θεωρεί την πίπα αποκλειστικό γυναικείο προνόμιο (ας την πληροφορήσει κάποιος ότι την κάνουν και άντρες)»
Πρόσθεσε πως το tweet αναφερόταν στον τρόπο που η παραπονούμενη «αντιλαμβανόταν τα αστεία (ή πιο σωστά που ΔΕΝ) των Σουηδών διοργανωτών και έκανα έναν παραλληλισμό με το πιάνω και το «πιάνω», χυδαίο μεν και ίσως κακόγουστο όμως αφορούσε καθαρά τη δουλειά της».
Εξ άλλου, έθεσε το ερώτημα «από πότε η αναφορά σε μια καθόλα συνηθισμένη σεξουαλική πράξη είναι σεξισμός; Επειδή απευθύνθηκα σε γυναίκα;» προσθέτοντας πως προσωπικά δεν κάνει ποτέ τέτοιες διακρίσεις φύλου.
Περαιτέρω ανέφερε πως «το χυδαίο χιούμορ και η καφρίλα δεν είναι για όλους – αυτοί όμως που δεν το αντέχουν ας μείνουν μακριά από το Twitter, υπάρχουν πάντα το FB και το Instagram».
Τέλος ανέφερε πως όταν αντιλήφθηκε πόσο πολύ την πείραξε την παραπονούμενη διέγραψε το επίμαχο tweet γιατί δεν ήταν στην πρόθεσή του να προσβάλει κανένα, προσθέτοντας πως «αν παραμένει «συγκλονισμένη», «σοκαρισμένη» και «βαθιά προσβεβλημένη ως προσωπικότητα» από το tweet, τότε έχει την ειλικρινή μου συγγνώμη. Ήταν χιούμορ. Χυδαίο μεν αλλά χιούμορ».


     Το μήνυμα δεν ήταν σεξιστικό. Αναφέρεται σε αρχίδια, τα οποία προφανώς εδώ δεν περιγράφουν όσχεο και τα γνωστά μπαλάκια που περιέχει, αλλά τα κότσια που λέμε. Εξ' άλλου κυρίες με αρχίδια, πολλές, και κύριοι χωρίς, ουκ ολίγοι. Προς τιμήν του ο Νομικός παραδέχεται πως το σχόλιο του ήταν χυδαίο, και προς τιμήν του το αφαίρεσε.

     Ομολογώ πως μπορώ να κατανοήσω την πικρία της Μελίνας, με την οποία μάλιστα έχουμε συνεργαστεί, όταν για κάποια φεγγάρια πέρασα από τη δουλειά του δημοσιογράφου, πριν με καταπιεί, ευτυχώς, το θέατρο. Το κορίτσι αυτό, πέρα από τις σπουδές της, έχει παιδεία, κάνει μια χαρά τη δουλειά της και στη Γιουροβίζιον, κρατώντας ένα ωραίο μέτρο, μεταξύ της πλάκας που έχει ο διαγωνισμός και της σοβαρότητας που ο έχει ο ίδιος διαγωνισμός, ως θεσμός (σαν ιδέα μια χαρά είναι και κάποτε διαγωνίζονται διαμάντια). Δεν ουρλιάζει όπως αρκετοί εν Ελλάδι σχολιαστές που καπελώνουν το θέαμα και, ας το τονίσουμε, μιλά καλά ελληνικά. Ο Μαρίνος Νομικός, από την άλλη, είναι έξυπνος και οι ατάκες του είναι καλές επειδή καταφέρνουν να αποδώσουν, συχνά τηλεγραφικά, την στρέβλωση της κοινής λογικής. Αυτό είναι κατ' εμέ το χιούμορ ή ακόμα και η σάτιρα, ή έστω ένα από τα βασικά συστατικά τους: αυτό ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια σοβαρή αναφορά στα κοινωνικά στερεότυπα, ακόμα και στα κλισέ, για να μπορέσει να τα τουμπάρει. Κι εμείς στο θέατρο αυτόν τον δαίμονα αντιμετωπίζουμε: την κοινή λογική. Μόνο που εκεί καλούμαστε, ή θα έπρεπε να καλούμαστε, να την κάνουμε κομμάτια, ακόμα κι αν το έργο απαιτεί να την ξανα-συνθέσουμε.

    Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας πάντως πήρε θέση. Ιδού ένα απόσπασμα αυτής:

Ο Μαρίνος Νομικός είναι γνωστός δημοσιογράφος-σχολιαστής σε διάφορα έντυπα επί τηλεοπτικών και κινηματογραφικών θεμάτων. Η Επιτροπή θεωρεί πως, αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει το λογαριασμό του «προσωπικό» πλείστα όσα μηνύματά του εκπηγάζουν από τη δημοσιογραφική του ιδιότητα. Στην προκειμένη περίπτωση σχολιάζεται με την κριτική ματιά του δημοσιογράφου η εργασία ενός άλλου δημοσιογράφου, προς την οποία απευθύνεται μάλιστα με συναδελφική οικειότητα, π.χ. «τα αστεία Μελίνα μου…»
Υπό το φως των ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι έχει αρμοδιότητα να κρίνει το tweet του Μαρίνου Νομικού το οποίο ανάρτησε στο Twitter, όπου θα μπορούσαν να το δουν χιλιάδες άτομα και να το διαβάσει οποιοσδήποτε. Ο Μαρίνος Νομικός έθεσε το ερώτημα «εάν βριζόμασταν με τη Μελίνα στο δρόμο θα μπορούσε να επέμβει η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας».
Η απάντηση είναι αρνητική. Όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για ένα ιδιωτικό μήνυμα, αλλά για μήνυμα που αναρτήθηκε δημοσίως σε ένα λογαριασμό Twitter που τον ακολουθούν σχεδόν πέντε χιλιάδες άτομα και θα μπορούσαν να το δουν άλλες τόσες χιλιάδες τυχαίοι επισκέπτες
Όπως παραδέχεται και ο ίδιος, το σχόλιό του «ήταν πρόστυχο, χυδαίο και σχεδόν πορνογραφικό» –όπως πολλά από τα tweets του, σύμφωνα με τη δική του παραδοχή.
Περαιτέρω, στο δεύτερο tweet που έγραψε την κατηγορεί, ή αφήνει σαφώς να υπονοηθεί ότι πήγε στη Σουηδία όχι για να κάμει δημοσιογραφική εργασία, δηλαδή να μεταδώσει το διαγωνισμό τραγουδιού της Γιουροβίζιον αλλά για να κάμει διακοπές πληρωμένες από το ΡΙΚ.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε ότι τα δύο μηνύματα περιέχουν αναφορές που συνιστούν παραβιάσεις, οι οποίες διαπερνούν το σύνολο της γενικής πρόνοιας του Κώδικα που προβλέπει ότι:
«Το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης. Οι λειτουργοί των ΜΜΕ αποφεύγουν δημοσιεύματα ή μεταδόσεις ή τη χρήση γλώσσας, που με βάση τις επικρατούσες αντιλήψεις, έχουν χυδαίο ή αισχρό περιεχόμενο. Οι λειτουργοί έχουν δικαίωμα να κρίνουν το έργο συναδέλφων τους, αλλά το πράττουν με σεβασμό στην τιμή και υπόληψή τους και αποφεύγουν προσωπικές επιθέσεις και μειωτικές της προσωπικότητας αναφορές».
Δεδομένης της θέσης του Μαρίνου Νομικού ότι προσωπικά δεν κάνει διακρίσεις φύλου, η Επιτροπή δεν θεώρησε την πρώτη ανάρτησή του ως «σεξιστική», δηλαδή ως παραβίαση της πρόνοιας του άρθρου 12 περί αποφυγής δυσμενών διακρίσεων στη βάση του φύλου και του προσωπικού καθεστώτος της παραπονούμενης.
Η Επιτροπή θεωρεί χρήσιμο να υποδείξει ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της συμπεριφοράς των λειτουργών των ΜΜΕ ως δημοσιογράφων και ως ιδιωτών πολιτών είναι πολύ λεπτή οσάκις αφορά σε θέματα που είναι δυνατό να υποδηλώνουν «δημοσιογραφική δραστηριότητα».


      Εμένα το πρόβλημά μου βέβαια δεν είναι με τους δύο δημοσιογράφους. Είναι με την επιτροπή δεοντολογίας: Ο δημοσιογράφος είναι γνωστός, άρα ήδη αρμενίζουμε στραβά: το σουξέ είναι πάντα ύποπτο και η πιθανή κουτσουκέλα έχει ένα κύρος. Βεβαίως τα μηνύματά του σε προσωπικό λογαριασμό στο tweeter δεν είναι δυνατόν να εκπηγάζουν από τη δημοσιογραφική του ιδιότητα: μια τέτοια διαπίστωση, θα έπρεπε να έπεται τεμαχισμού του δημοσιογράφου, ώστε να έχουμε από τη μία τον δημοσιογράφο και από την άλλη τον υπόλοιπο Νομικό. Οι λειτουργοί των ΜΜΕ δεν πρέπει να αποφεύγουν δημοσιεύματα ή μεταδόσεις ή τη χρήση γλώσσας, που με βάση τις επικρατούσες αντιλήψεις, έχουν χυδαίο ή αισχρό περιεχόμενο. Γενικώς, οι λειτουργοί, πρέπει να εκφράζονται όπως γουστάρουν, και οι επικρατούσες αντιλήψεις θα έπρεπε να είναι ένα πεδίο (βολής) στο οποίο να ασκούνται οι δημοσιογράφοι, για να τις κάνουν κομματάκια. Φύλο και φτερό. Επειδή οι επικρατούσες αντιλήψεις και η κοινή γνώμη είναι καραπουτανάρες. Ευτυχώς η επιτροπή δεν έκρινε σεξιστικό το σχόλιο του Νομικού και εντάξει υπάρχει μια ατυχής, θολή (όσο και το θέμα) έκφραση περί θεμάτων που υποδηλώνουν δημοσιογραφική δραστηριότητα.

και η απόφαση:


ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΧΥΔΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ ΑΠΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦ

     Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας αποφάσισε ότι σχόλιο που δημοσίευσε ο δημοσιογράφος Μαρίνος Ν...ομικός σε λογαριασμό στο Twitter ήταν χυδαίο και προσβλητικό για τη Μελίνα Καραγεωργίου, δημοσιογράφο του ΡΙΚ και παρουσιάστρια του διαγωνισμού τραγουδιού της Γιουροβίζιον.
Το σχόλιο ανέφερε: «Τα αστεία Μελίνα μου είναι όπως τα αρχίδια στην πίπα. Πρέπει πρώτα να τα πιάσεις για να μπορείς να αποδώσεις».
Εξετάζοντας το παράπονο της Μελίνας Καραγεωργίου για «άκρως προσβλητικό σχόλιο» σε βάρος της, και με βάση την παραδοχή του Μαρίνου Νομικού πως το σχόλιο ήταν «πρόστυχο, χυδαίο και σχεδόν πορνογραφικό» όπως πολλά από τα tweets του, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το μήνυμα είχε χυδαίο και αισχρό περιεχόμενο κατά παράβαση της γενικής πρόνοιας που ρυθμίζει την επαγγελματική συμπεριφορά, διαγωγή και το επαγγελματικό επίπεδο των δημοσιογράφων.
Η Επιστολή ασχολήθηκε επισταμένα με το ερώτημα που απασχολεί πλείστες όσες Επιτροπές Δεοντολογίας στον κόσμο, κατά πόσο έχουν αρμοδιότητα εξέτασης παραπόνων για αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Με βάση την πρόνοια του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ότι έχει εφαρμογή «επί όλων των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης… και των λειτουργών των» και ότι η «Επιτροπή δέχεται, επιλαμβάνεται και αποφασίζει επί παραπόνων για κατ’ ισχυρισμό παραβιάσεις του παρόντα Κώδικα από Λειτουργό ή/και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης…» η Επιτροπή αποφάσισε ότι οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης είναι εκτός της δικαιοδοσία της αλλά έχει αρμοδιότητα να εξετάζει τη συμπεριφορά δημοσιογράφων μέσω των σελίδων αυτών όταν από τα δεδομένα προκύπτει ότι το υπό κρίση άτομο ενήργησε στη βάση του δημοσιογραφικού του υπόβαθρου.
Στην προκειμένη περίπτωση και με βάση το γεγονός ότι ο Μαρίνος Νομικός είναι γνωστός δημοσιογράφος και τηλεοπτικός σχολιαστής, αποφάσισε ότι η ιδιότητά του στο σχόλιο ως δημοσιογράφου ήταν διάχυτη.
Η Επιτροπή τόνισε στην απόφασή της ότι «η επαγγελματική συμπεριφορά των δημοσιογράφων θα πρέπει να είναι ενιαία και η τήρηση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας διαχρονική και ανεξάρτητη από τον τρόπο εκδήλωσης της, επομένως και μέσα από τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίες συνεχώς αποκτούν και μεγαλύτερη σημασία όσον αφορά στην ενημέρωση».


     Τελικά την απόφαση, δεν την λες και απόφαση. Η επιτροπή συνεδρίασε και έκρινε πως το σχόλιο είχε χυδαίο και αισχρό περιεχόμενο: δεν είχε. ΄Ηταν. Είναι σαν να ρωτάς σε ποιο κεφάλαιο του τηλεγραφήματος βρίσκεσαι τώρα;
     H επιτροπή αποφάσισε ότι οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης είναι εκτός της δικαιοδοσία(ς) της αλλά έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει τη συμπεριφορά δημοσιογράφων μέσω των σελίδων αυτών όταν από τα δεδομένα προκύπτει ότι το υπό κρίση(ν) άτομο ενήργησε στη βάση του δημοσιογραφικού του υπόβαθρου. Η επιτροπή, δηλαδή αποφάσισε με αυτή την αφορμή πως δεν είναι δουλειά της να κρίνει το τι γράφεται στα social media, έπρεπε να θιγεί η Μελίνα για να αποφασιστεί. Και ας φτάσω επιτέλους στο ζουμί: η ιδιότητά του στο σχόλιο ως δημοσιογράφου ήταν διάχυτη: δηλαδή το ίδιο το σχόλιο έσταζε δημοσιογραφίλα.
     Αγαπητοί μου, διάχυτη, χυτή ή σε στερεά μορφή, δημοσιογραφική δουλειά κάνει πολύς κόσμος πια, το ίντερνετ τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια της επαγγελματικής δημοσιογραφίας. Αυτό υπονοείται αν τουμπάρουμε το σκεπτικό, μέσα στην πραγματικότητα, ξηλώνοντας την αγκύλωση μιας επίσημης θέσης που φιλοσοφεί: ο Νομικός είναι δημοσιογράφος και άνθρωπος με προσωπικό λογαριασμό. Του βγαίνει το λειτούργημα και στο tweeter. Δημοσιογραφία είναι να γράφεις δημόσια, έτσι οι περισσότεροι είμαστε δημοσιογράφοι, γνωστοί ή μη, όμως στην περίπτωση του επαγγελματία λειτουργού τίθεται θέμα διαχωρισμού της δημοσιογραφικής ιδιότητας από

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

η χελώνα παρέτα - παρέτα ρε κουμπάρε



"Μια χελώνα καρέτα-καρέτα, που είναι προστατευόμενο είδος στην Κύπρο, βρέθηκε νεκρή σε κάδο σκουπιδιών, στην Λεμεσό. Από την χελώνα έλειπε το καβούκι της.
Δύο άτομα από τη Λεμεσό ηλικίας 41 και 27 χρόνων παραδέχθηκαν ότι σκότωσαν και τεμάχισαν την χελώνα.
Ο υπεύθυνος του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ) Λεμεσού, Ιωάννης Σωτηριάδης, δήλωσε ότι η Αστυνομία έδρασε άμεσα, «γιατί είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη σε υποθέσεις που αφορούν κακοποίηση ζώων και ειδικά προστατευόμενων ειδών, όπως η χελώνα καρέτα-καρέτα, που εντοπίστηκε νεκρή».
Οι δυο συλληφθέντες κατηγορούνται για φόνευση προστατευόμενου είδους, παράνομη κατοχή απαγορευμένου είδους καθώς και αδικήματα του, περί προστασίας και ευημερίας των ζώων, νόμου.
Μετά τις απολογίες τους αφέθηκαν ελεύθεροι και θα κλητευθούν αργότερα ενώπιον δικαστηρίου."

     Πρώτα από όλα, (πρωταπόλα), δεν ξέρω από πότε η αστυνομία είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη σε υποθέσεις που αφορούν (ευαισθητοποιημένη σε υποθέσεις ή έχει μια ευαισθησία για υποθέσεις που αφορούν σε;)  κακοποίηση ζώων και ειδικά προστατευόμενων ειδών (η ουσία είναι: μη μας τελειώσει η καρέτα, από γατιά καλά πάμε στα λαμπρά σφαγεία των δρόμων). Οι συλληφθέντες κατηγορούνται για φόνευση (της φονεύσεως) προστατεύομενου είδους, παράνομη κατοχή απαγορευμένου είδους (λατρεμένο το απαγορευμένο) και έχουμε και νόμο! Ουάου! Νιάου!

    Λοιπόν, εγώ θυμάμαι το βίντεο κλιπ που γύρισε το ΡΙΚ για τον διαγωνισμό της Eurovision το 1991. Η τραγουδίστρια, ΄Ελενα Πατρόκλου, περπατά σκεφτική στην παραλία με φανερό οικολογικό βασανισμό και τραγουδά: ''εδώ στον τρίτο πλανήτη, ποτέ δεν σβήσαν οι φωτιές, πως μοιάζει με τρελό κομήtη, γεμάτο με πυρηνικές (κεφαλές; βόμβες; θα σε γελάσω). Τον ήλιο κάναμε εχθρό μας, παndού πληγώσαμε τη γη, μολύναμε τον ουρανό μας, και ρίχνει όξινη βροχή. Εδώ πλανήτης Γη, SOS. Τριγύρω τα πουλιά πεθαίνουν, τα ψάρια βγαίνουν στη στεριά (και ως γνωστόν στη στεριά δεν ζει το ψάρι, το επιβεβαιώνει και ο Καπετάν Ανδρέας Ζέπος που χαίρεται όταν με βλέπει), παndού οι άνθρωποι σωπαίνουν, δεν ξέρω τι να κάνουν πια." Στην τελική παρουσίαση η οικολογική ανησυχία κομποζάρεται με χρυσό σκουλαρίκι και φόρεμα γάμου τύπου Trikkkis palace, διότι μπορεί να μας νοιάζει το περιβάλλον, αλλά κι εμείς περιβάλλον των αλλονών είμαστε και δεν θα βγούμε στην σκηνή σαν τις γιούφτισες! (Α, το γράφω εδώ, επειδή με διαβάζω, για να θυμηθώ να γράψω ένα κειμενάκι για ένα επεισόδιο ρατσιστικό για πέντε γιούφτισες και μία κυρία).
    Λοιπόν, που μείναμε; Α, ναι! Η τραγουδίστρια περπατά στην παραλία και βλέπει μπροστά της μία χελώνα, τεράστια, μάλλον καρέτα - καρέτα, αναποδογυρισμένη. ΄Ολοι ξέρουμε πόσο υποφέρουν αυτά τα ζώα αν τα αναποδογυρίσεις, "τι σημασία έχει αν είναι γκουμούτσες, πονάνε κι αυτά" (Κορίνα - Εγκλήματα). Αναρωτιέμαι αν σκέφτηκαν όλοι, τραγουδίστρια, σκηνοθέτης, συνεργείο, πως ήταν σαφές πως δεν μπορεί η χελώνα να βρέθηκε τυχαία εκεί και είπαν "πάμε πλάνο". Την αναποδογύρισαν και έτσι στο βίντεο κλιπ, η τραγουδίστρια, φέρνει τα κάτω πάνω, και χωρίς καμία βιασύνη, μέσα στο σκεπτικό το οικολογικό, βάζει τα πράγματα στη θέση τους: πάνω το καβούκι, από κάτω η σάρκα. Η χελώνα κάνει μερικά ζαλισμένα γοργά βήματα προς τη θάλασσα, μάλλον για να ξεφύγει από όλη αυτή την ευαισθησία. Ράκος η χελώνα, είχε γύρισμα (ούτε τσιπούρα στα κάρβουνα να ήταν). ΄Αραγε πόση ώρα ήταν η χελώνα ανάσκελα; ΄Αραγε πέτυχαν το πλάνο με τη μία ή την είχαν εκεί σαν κατσαρίδα του AROXOL, ποιος ξέρει πόσο;

     Πιστεύω πως τα μη σύνθετα οικολογικά μηνύματα (όπως και όλα τα μη σύνθετα μηνύματα, για όλα τα θέματα), προς Θεού δεν κρύβουν απαραίτητα κακούς ανθρώπους ή κακές προθέσεις. Αδιαφορία δείχνουν. Χεστήκαμε για τη χελώνα, για τη γάτα, για τον πίθηκα. Το θέμα είναι διατυμπανίσουμε την ευαισθησία μας επειδή είναι απαραίτητο πια να τα διατυμπανίζουμε όλα, (ακόμα και το ήθος μας), μήπως και γίνει καμία παρεξήγηση. Η αστυνομία θα μπορούσε να βγάλει μια πιο λιτή ανακοίνωση: παραβίαση νόμου για τα ζώα, σύλληψη, προσωρινή άφεση, τέλος.

    ΄Οσο για το ξεχασμένο (εγώ όμως ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ) βίντεο κλιπ του ΡΙΚ, εντάξει, δεν έκαναν και έγκλημα. Εξάλλου ο κόσμος γίνεται, μέρα με τη μέρα, καλύτερος.

 Φ.Α.



    


τα μαύρα μεσάνυχτα του Κυπριακού πολιτισμού




     Δεν μπορώ να κατεβάζω ταινίες, όπως κατεβάζω ιδέες που συνήθως δεν υλοποιούνται, δεν μπορώ αυτή την άυλη τέχνη, αν και δεν με πειράζει η τέχνη να είναι κάπως άυλη, παρά την ύλη της και το υλικό της. Τέλος πάντων, πήγα να πάρω κανένα DVD και δεν βρήκα τίποτε της προκοπής. Δεν φέρνουν, λέει, πια DVD, όλοι κατεβάζουν ταινίες, πνεύματα, καντήλια. Και μου έχει μείνει εμένα η συλλογή, που δεν θα την είχα τόσο μεγάλη, αν είχαμε αίθουσες που να παίζουν ταινίες ποιότητος, "πιο τέχνις" που λέει και η Πιτσούλη. Διότι τι να σου κάμει μια φορά την εβδομάδα η κινηματογραφική λέσχη, πως τη λένε, ή τα CINEPLEX που σπανίως δείχνουν ταινίες; Ποπ κορν φτιάχνω και στο σπίτι.
     Anyway, βρήκα σε εξευτελιστική τιμή το "μπιφόρ μιντνάιτ" (before midnight) - (prin ta mesanixta) με τον Ethan τον Ηauke, και την πήρα με μισή καρδιά (η άλλη μισή ήταν στην Κίνα). ΄Αντε, λέω, αφούς είναι και φτηνή, να δούμε πως διαφημίζει η Αμερική την Ελλάδα, διότι έναν καημό για την τουριστική βιομηχανία της Ελλάδας τον έχω, καθώς κρίνω κι εγώ πως είναι το καλύτερο οικόπεδο του πλανήτη. Παραθαλάσσιο, ευάερο, ευήλιο, αξίζει προβολής. Δεν περίμενα όμως, από έκδοση που δεν αναφέρει το όνομα του σκηνοθέτη στο κουτί, να φχαριστηθώ τόσο. Και συνάμα να σκεφτώ, για άλλη μια φορά, πως πολιτισμός σε μια χώρα, που δεν χρειάζεται υπουργείο πολιτισμού, επειδή είναι το τελευταίο που την ενδιαφέρει, ΔΕΝ είναι να δημιουργήσουμε πολιτιστικά ιδρύματα, θέατρα, μουσεία, όπερες... αλλά να έχουμε άμεση πρόσβαση στην τέχνη. Ως πολίτης (χέστηκα αν είμαι πολίτης), ως άνθρωπος, ως Φώτης τέλος πάντων, θέλω να μπορώ να δω τον νέο Γούντι ΄Αλλεν, τον νέο Αλμοδοβάρ, και κάτι άλλα πολύ δύσκολα που αλλού τα έχουν κάτω από το σπίτι τους. Θα μου πεις: ''φύγε ρε φίλε, πήγαινε στην Αθήνα να ζήσεις, να κατεβαίνεις ή να ανεβαίνεις στον Δαναό, στην μικρή Κύπρο ζεις''. Κι εγώ σου λέω: όχι ρε φίλε, εδώ είναι ο τόπος μου, εδώ γεννήθηκα (κι ας με πήραν μωρό απ` εδώ για να με ξαναφέρουν μεγάλονε), τέλος πάντων εδώ είναι ο μικρός μου δρόμος, καλός ή κακός ή έτσι κι έτσι, δεν θέλω να ξενιτεύομαι για να γεύομαι τις τέχνες. Η μεγαλύτερη, κατ' εμέ και όχι μόνο κατ' εμέ, ηθοποιός του κόσμου πάει στη Στέγη, εγώ δεν έχω στέγη, να μπω να δω, μεγάλονε, έναν Μπέργκμαν. Πόσο πιο μεγάλη τηλεόραση να πάρω; Πιο πολύ χώρο έχει η τηλεόραση από εμένα εδώ μέσα. Θα της δώσω μία να πάει. Δεν μπορώ. Ο πολιτισμός είναι έξω. Και έξω δεν έχει πολλά. Κι ας αυξάνονται οι θεατρικές παραγωγές, δόξα τω θεώ (ελπίζω να μην πάρουμε πάλι την κατρακύλα). Θέλω όμως σινεμά. Θέλω σινεμά.

     Φταίει το κράτος; ΄Όχι. Ρίχνω ξεκάθαρα το φταίξιμο σε αυτήν την καμουφλαρισμένη σε θεά με άσφαλτο, αγροτική κοινωνία, που η αστικοποίησή της είναι αλματώδης αλλά επιφανειακή, γι' αυτό κι όλα αυτά, που στις μητροπόλεις είναι δεδομένα, θέλουν εκατό χρόνια για να μας έρθουν. Η ανάγκη να δεις ταινίες, (όχι του κώλου), είναι ψυχική. Ε δεν την έχει η συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας, ακόμα. Τι να κάνουμε; Δεν ξέρω, πραγματικά. Δεν ξέρουν, δεν θέλουν. Τι να κάνω; Πνίγομαι, πνίγομαι, ΠΝΙΓΟΜΑΙ!

     Τέλος πάντων και πάλι, είδα το "πριν τα μεσάνυχτα" και αγάπησα πολύ τον ΄Ιθαν και την εξαιρετική συμπρωταγωνίστριά του, την Julie την Delpy, και τον σκηνοθέτη που δεν τον αναφέρω επειδή προφέρεται δύσκολα, κι εγώ γράφω σαν φωναχτά. Σαν να μιλάω.
     Και κάθισα και σκέφτηκα (Παπαρίζου), όλα αυτά τα μεσάνυχτα τα μαύρα, όλα αυτά τα ελεεινά χρόνια που παλεύουμε να γευτούμε την τέχνη μας, με μισθούς που δεν μας φτάνουν να φεύγουμε να πηγαίνει ο ένας Αθήνα, ο άλλος Λονδίνο, άλλος για Χίο τράβηξε, άλλος για Μυτιλήνη, και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Είμαστε εθελοντές φτωχοί, θέλαμε να αφιερωθούμε στο θέατρο τρομάρα μας και αναλύουμε τα πράγματα, την ώρα που ο ΄Ιθαν έχει δέκα να τον τρέχουν, μην ταραχτεί και χάσει το κέντρο του. Και η δασκάλα μου, η Αννίτα, αυτή η μάγισσα της υποκριτικής, που θα μπορούσε να είναι διεθνής, να λέει πως ο ηθοποιός πρέπει να έχει ένα καλό βιοτικό επίπεδο, να ζει αξιοπρεπώς, να μην ανησυχεί για το ρεύμα του ή το νοίκι του, να μπορεί να αφοσιώνεται στο ρόλο του. ΄Εχει δίκιο. Πέρα κι από τις ταινίες και τις παραστάσεις, Πολιτισμός είναι να περνούν καλά οι άνθρωποι που ασχολούνται με τις Τέχνες. Να μη βασανίζονται τουλάχιστον.

    Ξανά, μανά (αγαπημένη ΄Αννα), τέλος πάντων. Στην ταινία ο τύπος είναι με τη δεύτερη γυναίκα του και τις κόρες του διακοπές στη Μεσσηνία. Στέλνει τον γιο από τον πρώτο του γάμο πίσω στην Αμερική, στην πρώτη του γυναίκα, επειδή αρχίζουν τα σχολεία. Και τις κόρες τις κρατάνε κάτι φίλοι τους ΄Ελληνες, κι αυτοί δίνουν τον γυρόν τους, να κάνουν σεξ, να δουν λίγη Ελλάδα ακόμα. Και εκεί που περιμένεις τα πλάνα τα πανοραμικά, γεννιέται ο διάλογος με το χιούμορ, τις έντεχνες ανατροπές, τις εντάσεις, τη χαρά και τη λύπη του, στη χώρα που τον γέννησε. Λίγα πλάνα, μια κλεφτή ματιά σε μια εκκλησία, και μια άλλη ιδιοφυής ματιά του ήρωα σε κάτι ελληνικό που εμείς δεν βλέπουμε. Και ένας απρεπής διάλογος μέσα σε ένα εκκλησάκι. Και μετά ένα απρόσωπο δωμάτιο ξενοδοχείου. Και όλος ο βασανισμός του ζευγαριού, με έναν ευαίσθητο, αληθινό άντρα, επαγγελματία συγγραφέα, που επιστρατεύει το χιούμορ του για να ξανακερδίσει την κουρασμένη γυναίκα του, με αμφίβολα αποτελέσματα. Και η Ξένια Καλογεροπούλου σικάτη και ουσιαστική και η ταινία τελειώνει με το τανγκό της Χαρούλας, και όχι με ωραιότατα μπουζούκια. "Τα λεφτά μου όλα δίνω για ένα τανγκό... ένα άγγιγμά σου κάτω από το τραπέζι..."

     ΄Οποιος θέλει να του δανείσω το DVD. Δεν είναι μια "μεγάλη" ταινία, αλλά εδώ δεν μετράει το μέγεθος. Μετρά πάνω απ' όλα η δεξιοτεχνία της πρωταγωνίστριας στην υποκριτική, ο διάλογος, το αδιέξοδο, αυτά τα μικρά, που πλακώνουν την ψυχή μας, τι ζωές μας που φεύγουν αναξιοποίητες, με δήθεν λίγες μικρές χαρές. Τέλος πάντων, επιτέλους, μια μικρή ταινία για μια ζωή που θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερη.

Φώτης


Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

γεννήθηκα σοβαρός




Δεν γεννήθηκα λυπημένος, μα γεννήθηκα σοβαρός.

Υπάρχει μία ταινία, από αυτές που τραβούσε ο μπαμπάς, που πλησιάζω στην κούνια στη βεράντα και κοιτώ τα παιδάκια που περιμένουν την αδελφή μου για να παίξουν στον κήπο, και αυτά να κρεμανταλίζονται στην καγκελόπορτα κι εγώ να παίρνω θέση στην κούνια, να τα κοιτώ με ύφος "ου γαρ οίδασιν τι ποιούσιν", και μετά από λίγη σκέψη, ποιος ξέρει τι είδους, αφήνω το σωματάκι μου να το πάρει η κούνια πέρα δώθε. Δηλαδή: θέση, παύση μεγάλη, κούνημα.

Η λύπη ήρθε μετά, πριν τα οχτώ, τότε που συμβαίνουν όλα, αν είναι να συμβούν, σαν προεόρτια αναμέτρηση με τον πόνο. Παιδί της πόλης, είχα μία μόνο ευκαιρία να αλητέψω: τις μέρες που η μαμά με άφηνε στον θείο και στη θεία, στο πιο αγαπημένο σπίτι της ζωής μου, σπίτι σε προάστειο, με ονόματα δρόμων όπως "οδός αγάπης", "οδός ευτυχίας", "οδός ελπίδας". Ατέλειωτα λιβάδια από μαργαρίτες και παπαρούνες, ανηφόρες και κατηφόρες που ζάλιζαν, η θεία με άφηνε να αλητέψω. Μα κάθε που έφευγε η μαμά, την ώρα που έφευγε, με έπνιγε μια λύπη σφοδρή, σαν ξαφνικό πένθος, μου ερχόταν κλάμα που το έπνιγα και έκανα ώρα να πάω πίσω στη θεία, να μην καταλάβει πως ήμουν έτοιμος να κλάψω ή πως δάκρυσα. Και μετά, από το επόμενο πρωί, μόνο χαρά και πλήρης αδιαφορία για τη μαμά επικρατούσε στην ψυχή μου. Το τελευταίο που ήθελα, ήταν να έρθει να με πάρει.

Πολλές γάτες, πολλά ζώα γενικώς στο σπίτι εκείνο, από γαλοπούλα και λύκο, μέχρι μεταξοσκώληκα και ποντίκι pet. Πράσινα σταχτοδοχεία ερεθιστικά, από γυαλί, βιβλία απρόβλεπτα, κάτι γυμνά που δεν ήταν για μένα μα εγώ τα ανακάλυψα, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και σκοτεινοί τοίχοι, φωτεινές σκιές από χαραμάδες και μια ήπια, συγκροτημένη χαρά που ουδεμία σχέση έχει με την τωρινή που είναι αγχωμένη, υποχρεωτική, σαν δικαίωμα.

Ελπίζω να ζήσω και να γράψω πολλές φορές, τα ίδια αλλιώς, και άλλα για εκείνα τα χρόνια και εκείνα τα μέρη. Η περιοχή άλλαξε μου είπε ο Δημήτρης στο τηλέφωνο, μόνο το σπίτι θα σου θυμίζει το σπίτι, όλα γύρω είναι πολυκατοικίες και εκεί που οι δρόμοι χάνονταν μέσα στα αγριολούλουδα μπήκε φανάρι και έχει κίνηση. Δεν πήγα και ο Δημήτρης δεν ξαναέζησε, ούτως ή άλλως στην Αθήνα πια πάω σαν ξένος.

Το θέμα μου είναι τώρα να ξεπεράσω αυτή την εναλλαγή χαράς και λύπης, αυτό το σκωτσέζικο ηλίθιο ντους που σε κάποιους φαίνεται ουσιαστική ζωή και να βρω, όχι νιρβάνες, μα αυτή τη συγκρότηση που είχα πριν τα οχτώ, και να τη συντονίσω με τις ρωγμές μου, την αγαπημένη μου φθορά, τα βήματα... Και στο κεφάλι μου να βουίζουν εκείνες οι ανηφόρες και κατηφόρες που έπαιρναν με τον άνεμο τη χαρά και τη λύπη, τη μαμά με το αυτοκίνητο, τις γάτες που συνάντησα και μέσα μου κούρνιασε το λιωμένο τρίχωμά τους, το ευτελές δέρμα. Τα μεσημέρια με κρύο ή ζέστη, που χανόμουν και επέστρεφα έκθαμβος, μα όχι σπαταλημένος, εναργής, για να δω τα δέντρα να ασημίζουν, και να στριφογυρίζω τον ουράνιο θόλο με το κορμάκι μου, να ζαλίζομαι μέχρι πτώσης, από τον κόσμο, για τον ύπνο, το γλυκό ξημέρωμα και το ωραίο γάλα.

Φώτης Αποστολίδης 2016

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

τι ζητάς ευθανασία;




     Πριν λίγες μέρες ο Αλέξανδρος Βέλιος, ακτιβιστικά, επέλεξε να ανοίξει τη δεύτερη πόρτα της ζωής, αντί να περιμένει (και δεν θα περίμενε για πολύ) να φυσήξει ο Χάρος που και πόρτες ασφαλείας ξεχαρβαλώνει. Δεν γνώριζα πολλά για την επαγγελματική πορεία του δημοσιογράφου, ομολογώ όμως πως ΜΕ το κείμενό του για την ευθανασία, αυτό που βρήκα ανάμεσα σε άλλα, και χωρίς να έχω διαβάσει το βιβλίο του (το επιθανάτιο), υποκλίθηκα στο μυαλό του και πλειοδότησα στις απόψεις του.
     Από όσα κατάλαβα, από όσα διάβασα (και σαφώς δεν ξέρεις τι να πιστέψεις), αμφισβητείται αν έφυγε "μέσω ευθανασίας" όπως επιθυμούσε, ή αν απλώς ο Δερβίσης έριξε τις μεθυσμένες, ζειμπέκικες, βόλτες του σ' ένα σώμα που ήθελε να φύγει πριν ο καρκίνος σταματήσει το τσιφτετέλι και αρχίσει το τραμπολίνο.
     Είτε ο άνθρωπος έ φ υ γ ε για εκεί, είτε π ή γ ε εκεί, (και το "εκεί" πολύ συγκεκριμένο είναι γαμώτο, και το "επέκεινα", και το "τίποτα" και κάθε λέξη), θα έπρεπε, (και) κατ' εμέ να ακολουθήσει σιωπή και σίγουρα όχι εκταφή, παρόλο που γνωρίζω πως η ευθανασία δεν επιτρέπεται στην Ελλάδα (υποβοηθούμενη ή μη, δεν καταλαβαίνω τι εννοούν, epistola345@yahoo.com για όποιον θέλει να μου εξηγήσει), και πιστεύω πως θα ήταν ευχής έργον αν έπιανε τόπο η προσπάθειά του. Οι νόμοι είναι για να τους παραβαίνουμε, ανοιχτά και επίσημα, όταν δεν συμφωνούμε με τη μάρκα τους. Πολύ εύστοχα ο Βέλιος έγραψε και είπε πως "εφόσον δεν μας αφήνουν να ζήσουμε τη ζωή μας όπως θέλουμε, ας έχουμε το δικαίωμα να επιλέγουμε, αν θέλουμε, το πότε και πως θα πεθάνουμε".
    
     Η αρχαία ηρωίδα επιθυμεί να θάψει τον αδελφό της, να τον κηδέψει, δηλαδή να τον φροντίσει, επειδή αυτό της υπαγορεύει το ήθος της που εμπεριέχει πατρογονικές αξίες. (Η πιο συντηρητική  επαναστάτρια όλων των εποχών). Το Κράτος, ωσάν κακός, ψυχρός κι ανάποδος αντικατοπρισμός του Κρέοντα, ξέθαψε τη σορό, και την έστειλε για εξετάσεις. ΄Αγρια πράματα.

    Νιώθω λοιπόν κοντά σε όλους όσοι διαμαρτύρονται για την εκταφή, αλλά διαφωνώ με αυτούς που επικαλούνται το επιχείρημα (που και ο Βέλιος είχε χρησιμοποιήσει) πως ο Βέλιος και κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα σε έναν α ξ ι ο π ρ ε π ή θάνατο.

     Θυμάμαι τον πιο αγαπημένο μου άνθρωπο, να υποφέρει, να γίνεται κάτι άλλο (ζόμπι έβλεπε ο Βέλιος τους ανθρώπους μέσα στα νοσοκομεία). Και είδα και έζησα πολλά και τόσο σκληρά που δεν γράφονται, εδώ και τώρα. Δεν είδα έλλειψη αξιοπρέπειας. Επ' ουδενί. Αντιθέτως, πιστεύω πως αυτός που πλησιάζει στο θάνατο, πλησιάζει και στην απόλυτη αξιοπρέπεια που είναι ο ίδιος ο θάνατος. Ο νεκρός δεν είναι μόνο εγωιστής. Είναι και αξιοπρεπής. Σιωπά για πάντα. Γι' αυτό και αυθορμήτως, νιώθουμε την ανάγκη να σεβόμαστε τους νεκρούς (ασχέτως αν τα κάνουμε θάλασσα, ειδικά στους επικήδειους που είναι και το πιο δύσκολο, χαχα, λογοτεχνικό είδος. Οι περισσότεροι την πατάνε κι αντί να μιλάνε για τον νεκρό, μιλάνε για την πάρτη τους. Στα δε λαικά προσκυνήματα γίνεται προπαγάνδα που θα έκανε και τον αυτοκράτορα (τι σκατά είναι) της Βόρειας Κορέας να φαίνεται έξυπνο αγγελούδι).

     Ναι, είμαι υπέρ του δικαιώματος στην ευθανασία. Με ανησυχεί όμως πως τα τελικά στάδια του καρκίνου, αυτού που δεν σκέφτεται την ευθανασία, αυτού που ελπίζει, αυτού που δεν καταλαβαίνει τι του γίνεται, θεωρούνται αναξιοπρεπή, αν αντισταθμίσουμε το επιχείρημα της αξιοπρέπειας με το ανάλογο αντεπιχείρημα. Και δεν το κάνουμε έτσι για την καύλα. Είναι θέμα ευαισθησίας.

     Και πειράζω τον ποιητή, κανιβαλίζοντας μόνο με λίγες δικές του λέξεις:

     Τι ζητάς ευθανασία,
     στο μπαλκόνι της φθοράς
     αν εσύ είσαι κυρία
     -δεν- είμαι ο Γιάννης ο φονιάς.

Φώτης Αποστολίδης